MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίες ελληνικές γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίες ελληνικές γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.2.17

Αρχαίες Ελληνικές Επιρροές της Ημέρας του "Αγίου Βαλεντίνου"

Η Αρκαδία είναι νομός της Ελλάδας που βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου. Συνορεύει στα βόρεια με το Νομό Αχαΐας, στα βορειοανατολικά με το νομό Κορινθίας, στα βόρεια και ανατολικά με το νομό Αργολίδας, στα νότια με το νομό Λακωνίας, στα νοτιοδυτικά με το νομό Μεσσηνίας και στα δυτικά με το νομό Ηλείας. Το ανατολικό του τμήμα έχει έξοδο στη θάλασσα, στον Αργολικό Κόλπο και το Μυρτώο Πέλαγος.

Μέχρι το 1999 η Αρκαδία χωριζόταν διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες Μαντινείας, Μεγαλοπόλεως, Γορτυνίας και Κυνουρίας.


Τα αρχαία Λύκαια ήταν αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του Λυκαίου Διός τελούμενοι στο Λύκαιο όρος της Αρκαδίας, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία θεωρείται ότι γεννήθηκε ο θεός (Στράβωνας 8,348, Καλλ. Υμν. 1,4) και ανατράφηκε από τις νύμφες Θεισόα, Νέδα και Αγνώ (Παυσανίας 8, 38, 3).

Τα αρχαία Λύκαια χωρίζονταν σε δύο μέρη: τη γιορτή, ήτοι το θρησκευτικό μέρος, με τη θυσία στο βωμό του Λυκαίου Διός, και τους αθλητικούς αγώνες. Αρχικά, φαίνεται πως τόπος τέλεσης της γιορτής ήταν το ιερό του Πανός στο Λύκαιον όρος. Αργότερα, στα χρόνια του Παυσανία, η λατρεία τελούταν στη Μεγαλόπολη, όπου υπήρχε το «άβατον» ιερό του Λυκαίου Διός (Παυσ. 8, 30, 2). Ο χαρακτηρισμός του τεμένους ως «αβάτου» συνδέεται με την πίστη ότι αν κάποιος εισχωρούσε στον ιερό χώρο του τεμένους, δεν ζούσε περισσότερο από ένα χρόνο. 
Ο βωμός κατά τον Παυσανία (Παυσ. 8, 38, 7) ήταν μάλλον από στάχτη και χώμα, ύψους 1,5 μέτρου περίπου. Μπροστά από το βωμό υπήρχαν δύο κίονες στραμμένοι προς την Ανατολή, επί των οποίων στηρίζονταν δύο επίχρυσοι αετοί. Εκτός από θυσίες ζώων, πιθανότατα να γίνονταν και ανθρωποθυσίες, καθιστώντας ευρέως γνωστή τη γιορτή των Λυκαίων στην αρχαιότητα. Οι αγώνες διεξάγονταν στον ιππόδρομο και στο αρχαίο στάδιο του Λυκαίου όρους, σε υψόμετρο 1200 μέτρων περίπου.
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Κύρου Ανάβασις 1, 2, 10), τα αρχαία Λύκαια πρέπει να τελούνταν την άνοιξη και, το αργότερο, κατά τα μέσα Μαΐου. Ωστόσο, διατυπώνονται διαφωνίες για τον ακριβή χρόνο τέλεσης των αγώνων καθώς η συγκεκριμένη ορεινή περιοχή χαρακτηρίζεται από κρύο και ασταθείς καιρικές συνθήκες τους μήνες της άνοιξης και άρα θα ήταν λογικότερο οι αγώνες να τελούνταν στο χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου και τέλη Αυγούστου (Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης, «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ», Έκδοσις της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, Περίοδος Γ, 1903). Επίσης, δεν είναι εξακριβωμένο αν τελούνταν κάθε χρόνο ή σε αραιότερα χρονικά διαστήματα.

Τα Λουπερκάλια ήταν μια από τις παλαιότερες ρωμαϊκές γιορτές που τελούνταν κάθε χρόνο προς τιμήν του Λούπερκους, πρώιμου θεού της γονιμότητας στη ρωμαϊκή μυθολογία. Τα Λουπερκάλια γιορτάζονταν σε πολλές πόλεις της Ιταλίας και της Γαλατίας.

Αναφέρεται ότι επρόκειτο αρχικά για ποιμενική γιορτή, καθώς ο Λούπερκους ήταν προστάτης των βοσκών και συνδεόταν με το θηλασμό και την ανατροφή του Ρωμύλου από τη Λύκαινα.
Η γιορτή πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο στις 15 Φεβρουαρίου στο Λουπερκάλιο, τη σπηλιά στον Παλατίνο Λόφο που λέγεται ότι ανατράφηκαν τα αδέρφια Ρωμύλος και Ρώμος, από τους Λουπέρκους, ιερατικό σωματείο. Στο ιερό θυσιάζονταν κριάρια και κατσίκια. Ένας από τους ιερείς βύθιζε ένα σπαθί στο αίμα των θυσιασμένων ζώων και το ακουμπούσε στο κεφάλι δυο ευγενών νέων, οι οποίοι μετά ξεσπούσαν σε γέλια, συμβολίζοντας έτσι τον εξαγνισμό των βοσκών.

Μετά τη θυσία, οργανωνόταν κοινή συνεστίαση μεταξύ των Λουπέρκων, όπου έρρεε άφθονος οίνος. Έπειτα, έπαιρναν τα δέρματα των ζώων που είχαν θυσιαστεί, τα φορούσαν ως ενδύματα που κάλυπταν το μισό τους σώμα και έτρεχαν ημίγυμνοι στην πόλη κρατώντας λουριά από το δέρμα των θυσιασμένων ζώων και χτυπούσαν στα χέρια όσους κατοίκους συναντούσαν, ιδίως γυναίκες, καθώς πίστευαν ότι ευνοούνταν στη γονιμότητα και στην ευτοκία.

Κύριοι άξονες της γιορτής, λοιπόν, ήταν η γονιμότητα και ο εξαγνισμός, februare στα λατινικά, εξ ου και το όνομα του μήνα κατά τον οποίο γινόταν η γιορτή (Φεβρουάριος).

Οι Ρωμαίοι αναγνώριζαν το Αρκαδικό Παλλάντιο ως μητρόπολη της Ρώμης και τιμούσαν τον Εύανδρο ως ιδρυτή της. Μάλιστα μετά από πολλά χρόνια, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αντωνίνος (138-161 μ.χ.), αναγνωρίζοντας την συμβολή των Αρκάδων στην ίδρυση της Ρώμης, επισκέφτηκε το Παλλάντιο της Αρκαδίας, το οποίο την εποχή εκείνη ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο και για να το τιμήσει το εποίκισε και το ξαναέκτισε.

Κατά την Ρωμαϊκή μυθολογία μητέρα του ήταν η νύμφη Καρμέντα και πατέρας του ο Μέρκουρι, που στην ελληνική μυθολογία είναι ο Ερμής, και η Θέτιδα. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι πίστευαν ότι ήταν αυτός που μετέφερε την Ελληνική λατρεία των θεών στην Ιταλία (π.χ. λατρεία του Πάνα, Λουπερκάλια) και αυτός που επινόησε το λατινικό αλφάβητο. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο ίδρυσε το Παλλαντίνο και του έδωσε το όνομα του γιου του Πάλλαντα, διαφωνώντας με τον Παυσανία. Μετά τον θάνατο του θεοποιήθηκε από τους αρχαίους Ρωμαίους.

Ο εορτασμός στην Ελλάδα στα Ρωμαϊκά χρόνια
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, μάλιστα, και οι συνεχιστές τους θεωρούσαν τη γιορτή αφιερωμένη στο θεό Πάνα και ως πρώτο εισηγητή της τον Αρκάδα Εύανδρο, στην προσπάθειά τους να ταυτίσουν ρωμαϊκές θεότητες με αντίστοιχες ελληνικές.

Ο Λούπερκους (Lupercus) ήταν πρώιμη θεότητα της ρωμαϊκής μυθολογίας. Ο Λούπερκους ήταν ποιμενικός θεός προστάτης των βοσκών και των κοπαδιών από τα άγρια ζώα. Κάθε χρόνο στις 15 Φεβρουαρίου γίνονταν προς τιμήν του τα Λουπερκάλια (Lupercalia). Ο Λούπερκους συνδεόταν με την ανατροφή και τον θηλασμό του Ρωμύλου από τη λύκαινα, γι΄ αυτό και τα Λουπερκάλια ήταν εορτή που αποσκοπούσε στην προστασία της γονιμότητας των γυναικών.
Στην ελληνική μυθολογία αρχικά ταυτιζόταν με τον Φαύνο και αργότερα ταυτίστηκε με τον Πάνα.

Ο Εύανδρος ήταν σύμφωνα με την μυθολογία Αρκάς και οικιστής του Παλλαντίνου λόφου στη Ρώμη. Ήταν γιος του Ερμή και της νύμφης Θέμιδας κόρης του ποτάμιου Θεού της Αρκαδίας Λάδωνα και ζούσε στην πόλη Παλλάντιο στην περιοχή της σημερινής Τρίπολης. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ήταν γιος του Ερμή και της νύμφης Τελφούσας ή Νικοστράτης, η οποία είχε προφητικές ικανότητες. Κάποια στιγμή αποφάσισε, να φύγει και να βρει γη να ιδρύσει αποικία. Μετά από ταξίδι έφτασε στην περιοχή της σημερινής Ρώμης, στην αριστερή όχθη του Τίβερη ποταμού.

Valentine’s Day
Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ξεκίνησε ως ο λειτουργικός εορτασμός ενός ή περισσότερων Χριστιανών μαρτύρων που ονομάζονταν Βαλεντίνοι. Πολλές ιστορίες μαρτυρίων δημιουργήθηκαν για διάφορους Βαλεντίνους οι οποίες έλαβαν χώρα 14 Φεβρουαρίου και προστέθηκαν αργότερα στους βίους των αγίων . Μια δημοφιλής αγιογραφική αναφορά του Αγίου Βαλεντίνου της Ρώμης αναφέρει ότι φυλακίστηκε επειδή πάντρευε στρατιώτες οι οποίοι απαγορεύονταν να παντρευτούν Χριστιανές, καθώς ο χριστιανισμός ήταν υπό διωγμό στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σύμφωνα με το θρύλο, κατά τη φυλάκισή του, θεράπευσε την κόρη του φύλακά του, Αστέριου. Ένα καλλωπιστικό στοιχείο της ιστορίας αναφέρει ότι πριν την εκτέλεσή του της έγραψε ένα γράμμα υπογράφοντας «ο Βαλεντίνος σου». Σήμερα, η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου είναι επίσημη γιορτή στην Αγγλικανική κοινότητα και στη Λουθηρανική εκκλησία.


Η ημέρα συσχετίστηκε με την ημέρα των ερωτευμένων από τον Τζέφρι Τσόσερ στον ύστερο Μεσαίωνα, όταν άκμαζε η κουλτούρα του ιπποτικού έρωτα. Τον 18ο αιώνα στην Αγγλία εξελίχθηκε σε περίσταση κατά την οποία οι ερωτευμένοι εξέφραζαν την αγάπη τους με λουλούδια, δώρα ή ευχητήριες κάρτες. 
Στην Ευρώπη, κλειδιά του Αγίου Βαλεντίνου δίνονταν στους εραστές «ως ένα ρομαντικό σύμβολο και πρόσκληση για να τους ξεκλειδώσουν την καρδιά», καθώς και στα παιδιά, ώστε να απομακρύνουν την νόσο του αγίου Βαλεντίνου. Τον 19ο αιώνα οι χειρόγραφες κάρτες αντικαταστάθηκαν από μαζικής παραγωγής ευχητήριες κάρτες.

Κειμήλια και οστά του αγίου Βαλεντίνου.
Τα λείψανα του Αγίου Βαλεντίνου έχουν κατατεθεί στη Μαδρίτη. Τα λείψανα είναι στην εκκλησία του St Anton, όπου βρίσκονται από τα τέλη του 1700. Ήταν ένα δώρο από τον Πάπα στο βασιλιά Κάρλος IV. Τα λείψανα εμφανίστηκαν  δημοσίως το 1984.

Λείψανα του Αγίου Βαλεντίνου επίσης πιστεύεται ότι είναι στο Δουβλίνο. Το 1836, μερικά λείψανα που είχαν εκ ταφεί από τις κατακόμβες του Αγίου Ιππολύτου στη Via Tiburtina, τότε κοντά στην Ρώμης, ταυτοποιήθηκαν με τον Αγίο Βαλεντίνου.

Επίσης το 1836,  ο Fr. John Spratt, ένας Ιρλανδός ιερέας και διάσημος ιεροκήρυκας, πήρε ως δώρο από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΣΤ τα λείψανα του Αγίου Βαλεντίνου και «ένα μικρό σκάφος χρωματισμένο με το αίμα του." Το σκήνωμα τοποθετήθηκε στην Εκκλησία Whitefriar Street Church στο Δουβλίνο, στην Ιρλανδία, και παρέμεινε εκεί μέχρι αυτή την ημέρα.

Ένα άλλο λείψανο βρέθηκε το 2003 στην Πράγα στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και Παύλου στο Vyšehrad.

Μια ασημένια λειψανοθήκη που περιέχει ένα κομμάτι του κρανίου του Αγίου Βαλεντίνου βρίσκεται στην ενοριακή εκκλησία της Κοίμησης της Αγίας Μαρίας στο Chelmno, Πολωνία.

Τα λείψανα του Αγίου Βαλεντίνου στη Λέσβο
Η Αγία Πρίσκιλλα ‘συνδέεται’ κατά κάποιο τρόπο με τον δυτικό Άγιο Βαλεντίνο, καθώς στις κατακόμβες της εκκλησίας προς τιμήν της, τάφηκε το πτώμα του αποκεφαλισμένου Βαλεντίνου το έτος 270μ.Χ. Η ανάμνηση όμως του μαρτυρίου του αγίου Βαλεντίνου παρέμεινε ζωηρή, ιδιαίτερα στην τοπική Εκκλησία της Ρώμης. Επίσημα η μνήμη του αγίου Βαλεντίνου θεσπίστηκε το 496 από τον Πάπα άγιο Γελάσιο.

Έτσι περνούν 15 αιώνες και φθάνουμε στα 1815, οπότε η θεία βούληση έμελλε να «ταράξει» την αιώνια ανάπαυση του αγίου. Τότε τα λείψανα δωρίσθηκαν από τον Πάπα σε κάποιον ευγενή Ιταλό ιερέα (κατά την συνήθεια της εποχής). Ύστερα τα λείψανα «χάνονται» πάλι μέχρι το 1907 οπότε τα ξαναβρίσκουμε στη Μυτιλήνη – στο ρωμαιοκαθολικό ναό της Παναγίας.

Φαίνεται πως μετά το θάνατο του κληρικού αυτού, κάποιος απόγονος του ο οποίος είχε κληρονομήσει τα λείψανα πρέπει να μετανάστευσε στη Μυτιλήνη, στην οποία τότε υπήρχε ακμάζουσα κοινότητα δυτικό-Ευρωπαίων ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών. Εκεί λοιπόν παραμένουν μέχρι και το 1990 οπότε και μεταφέρονται στην Αθήνα στο ναό των αγίων Φραγκίσκου και Κλάρας της Ιταλικής παροικίας και το 2014 μεταφέρθηκαν στην Μυτιλήνη

 Έρως και Ψυχή
Ο Ερωτας και η Ψυχη είναι ένα μυθολογικό ζευγάρι, που βασανίστηκαν πολύ μέχρι να μπορέσουν να χαρούν την αγάπη τους ανεμπόδιστα.

Αν και ο Θεός Ερως στην αρχαιότητα ήταν υπεύθυνος για τα πάθη πολλών θνητών και μη, τελικά και ο ίδιος δεν γλίτωσε από τα βέλη του. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα την Ψυχή, μια θνητή που είχε τη φήμη μιας πανέμορφης γυναίκας.
Ο μύθος του Ερωτα και της Ψυχής είναι όμορφος και αποδεικνύει τη δύναμη της αγάπης και του έρωτα στις ζωές όλων. Διαβάστε τον μύθο, όπως τον αναφέρει ο Απουλήιος, Ρωμαίος συγγραφέας του 2ου μ.Χ. αιώνα.


Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

Plutarch • Life of Caesar
Ovid, Fasti: Lupercalia
Livy, Ab urbe condita 1.5
H.H. Scullard, Festivals and Ceremonies of the Roman Republic (Cornell University Press, 1981), p. 77–78.
Green, William M. (January 1931). "The Lupercalia in the Fifth Century". Classical Philology. 26 (1): 60–69. doi:10.1086/361308. Retrieved 2008-01-26.
Liebler, Naomi Conn (1988). The Ritual Ground of Julius Caesar.
Pauly-Wissowa
Potamianos, K. Mount Lykaion Throughout the Centuries. Edition of the Kotylio Association, Athens 2005.
Smith, Dictionary of Greek and Roman Antiquities, s.v. "Lupercus"
Justin, Epitome of the Philippic History of Pompeius Trogus 43.1.7.
Mika Rissanen. "The Hirpi Sorani and the Wolf Cults of Central Italy". Arctos. Acta Philologica Fennica. Klassillis-filologinen yhdistys. Retrieved 2016-08-18.
Christian Meier (trans. David McLintock), Caesar, Basic Books, New York, 1995, p.477.
One of Plutarch's Roman Questions was "68. Why do the Luperci sacrifice a dog?" His best response was "Nearly all the Greeks used a dog as the sacrificial victim for ceremonies of purification; and some, at least, make use of it even to this day. They bring forth for Hecate puppies along with the other materials for purification." (on-line text in English).
Plutarch, Life of Antony, Cicero, Philippics II.85.
ad viles trivialesque personas, abiectos et infimos. (Gelasius)
Gelasius, Epistle to Andromachus, quoted in Green 1931:65.
Henry Ansgar Kelly, in "Chaucer and the Cult of Saint Valentine" (Leiden: Brill) 1986, pp. 58-63
Michael Matthew Kaylor (2006), Secreted Desires: The Major Uranians: Hopkins, Pater and Wilde (electronic ed.), Masaryk University (re-published in electronic format), p. footnote 2 in page 235, ISBN 978-80-210-4126-4
Jack B. Oruch, "St. Valentine, Chaucer, and Spring in February" Speculum 56.3 (July 1981:534–565)
Smith's Dictionary, 1875
The Romans themselves attributed the instigation of the Lupercalia to Evander, a culture hero from Arcadia who was credited with bringing the Olympic pantheon, Greek laws and alphabet to Italy, where he founded the city of Pallantium on the future site of Rome, 60 years before the Trojan War.
Dionysius of Halicarnassus, Roman Antiquities 1.32.3–5, 1.80; Justin, Epitome of the Philippic History of Pompeius Trogus 43.6ff; Livy, Ab urbe condita 1.5; Ovid, Fasti 2.423–42; Plutarch, Life of Romulus 21.3, Life of Julius Caesar, Roman Questions 68; Virgil, Aeneid 8.342–344; Lydus, De mensibus 4.25.
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Αποκριές και αρχαιότητα, Μιχάλης Τιβέριος, 25/2/2001
Johannes Baptista de Rossi et Ludovicus Duchesne, ed., Martyrologium Hieronymianum: ad fidem codicum adiectis prolegomenis. Ex Actibus Sanctorum Novembris, Tomi II, pars prior. Bruxellis 1894. lxxxii, 195 p. S. Valentinus, p. 20.
De Voragine, Jacobus. The Life of Saint Valentine. In Legenda Aurea, compiled around 1275
Thurston, Herbert. St. Valentine. The Catholic Encyclopedia, Vol.15. 1912.
Hülsen, Christian. 1927. Le chiese di Roma nel medio evo: cataloghi ed appunti. Florence. CXV, 640 p. (On-line text).
Thurston, Herbert. 1933. St. Valentine, Martyr. In Alban Butler's Lives of the Saints, Vol. II, pp. 214–217. New York . 409 p..
Aigrain, René. 1953. Hagiographie: Ses sources, ses méthodes, son histoire. Paris 1953.
Amore, Agostino. 1966. S. Valentino di Roma o di Terni?, Antonianum 41 (1966), pp 260–77.
Kellogg, Alfred. 1972. Chaucer's St. Valentine: A Conjecture. In Kellogg, Chaucer, Langland, Arthur. 1972, pp. 108–145.
Amore, Agostino. 1975. I martiri di Roma. Roma, Antonianum, 1975. 322 p.
Kelly, Henry Ansgar 1986. Chaucer and the cult of Saint Valentine. Leiden, the Netherlands. 185 p.
Martyrologium Romanum 2001. Libreria Editrice Vaticana, 2001, p. 141 (February 14). 773 p.
In Search of St. Valentine. Scotsman.com blog, 14 February 2005.
Oruch, Jack B. 1981. St. Valentine, Chaucer, and Spring in February, Speculum 56 (July 1981), pp 534–565.
Schoepflin, Maurizio and Seren, Linda. 2000. San Valentino di Terni : storia, tradizione, devozione. Morena (Roma), 2000. 111 p.
Paglia, Vincenzo. 2007. Saint Valentine's Message. Washington Post, February 15, 2007.
Saint Valentine: Biography. Diocese of Terni. 2009.

26.6.16

Αδώνια

Τα Αδών(ε)ια ή Αδώνια μυστήρια ήταν ετήσια γιορτή σε ανάμνηση του θανάτου και της ανάστασης του Άδωνη σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας. Ο θάνατος και η ανάσταση του Άδωνη είχε σχέση με τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης και της καρποφορίας. Η διάρκειά τους ποίκιλλε: αλλού κρατούσαν δυο, τρεις ή και εφτά ημέρες, ενώ δεν εορτάζονταν παντού την ίδια εποχή του έτους.
Οι πρώτες ημέρες της γιορτής (αφανισμός) ήταν πένθιμες. Οι γυναίκες, που μόνο αυτές έπαιρναν μέρος στη γιορτή, είχαν την επιμέλεια της κηδείας του θεού και θρηνούσαν το χαμό του. Μετά με λυμένα μαλλιά και γυμνόστηθες γυρνούσαν στους δρόμους περιφέροντας κέρινα και πήλινα ομοιώματα του θεού και έψελναν πένθιμους ύμνους με τη συνοδεία αυλού γίγγρα. Το πρωί της επόμενης μέρας, πετούσαν ομοιώματα του θεού σε πηγές ή σε ποτάμια. Μετά την πάροδο των πένθιμων ημερών, οι πιστοί γιόρταζαν με οργιαστική χαρά την ανάστασή του (εύρεσις) με χορούς και πλούσια γεύματα.
Όταν οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για την εκστρατεία στη Σικελία (415-413 π.Χ.), ήταν η εποχή που γιόρταζαν τα Αδώνια, στα μέσα του καλοκαιριού, όπως και στη Σικυώνα, την Αλεξάνδρεια, τη Βύβλο και την Αντιόχεια.
Celebrating the Adonia: fragment of an Attic red-figure wedding vase, ca. 430-420 BCE

Στα αθηναϊκά Αδώνια, οι γυναίκες θρηνούσαν μπροστά σε δύο νεκροκρέβατα που ήταν τοποθετημένα στις εισόδους των σπιτιών. Πάνω στα νεκροκρέβατα έβαζαν ξύλινα ομοιώματα του Άδωνη και της Αφροδίτης. Γύρω από τα ειδώλια τοποθετούσαν τους "κήπους του Άδωνη" (Ἀδώνιδος κῆποι), δηλαδή γλάστρες με φυτά που αναπτύσσονταν γρήγορα, τα οποία αργότερα τοποθετούσαν πάνω στις στέγες των σπιτιών για να μεγαλώσουν γρήγορα με τη βοήθεια του ήλιου. Η ανάπτυξη των φυτών αποτελούσε σημάδι της ανάστασης του θεού.

Κοντά στον επιτάφιο (νεκροκρέβατο) τοποθετούσαν κούκλες που παρίσταναν έρωτες και πουλιά και δίπλα στο ομοίωμα του Άδωνη άφηναν πλακούντες και γλυκίσματα. Η γιορτή τέλειωνε με θυσίες αγριόχοιρων.
Τα Αδώνια γιορτάζονταν και στην Αλεξάνδρεια επί Πτολεμαίων, εορτή για την οποία σώζεται περιγραφή από το Θεόκριτο στο 15ο ειδύλλιό του «Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι», όταν την είχε οργανώσει η Αρσινόη Β' της Αιγύπτου, σύζυγος του Πτολεμαίου Β' του Φιλάδελφου.

Κατά την πρώτη ημέρα, ψάλλονταν ύμνοι για τον ιερό γάμο Αφροδίτης και Άδωνι και για την επάνοδο του τελευταίου από τον Κάτω Κόσμο. Η βασίλισσα συνόδευε το ομοίωμα του Άδωνι μαζί με άλλες γυναίκες, που μετέφεραν δύο κρεβάτια φτιαγμένα από χρυσό και άργυρο για την τοποθέτηση των ομοιωμάτων του Αδώνιδος και της Αφροδίτης. Γύρω από αυτά άφηναν καρπούς και φαγητά από αλεύρι, μέλι και λάδι, μυροδοχεία και γλάστρες με γλυκάνισο, κριθάρι, μάραθο κ.ά.

Την επόμενη ημέρα, γυναίκες λυσίκομες, ξυπόλητες και γυμνόστηθες έριχναν τα ομοιώματα του Θεού στα νερά και τον παρακαλούσαν να επιστρέψει πίσω ξανά και το επόμενο έτος.
Τα Αδώνια των υπόλοιπων πόλεων, ανάμεσα στις οποίες πιο λαμπρά ήταν της Αθήνας και του Άργους, διοργανώνονταν με τις προσωπικές οικονομικές εισφορές των γυναικών που συμμετείχαν σε αυτά, ενώ στη Ρόδο υπήρχε μια μικτή θρησκευτική αδελφότητα, οι λεγόμενοι «Αδωνιασταί» ή «Αδωνισταί». Η ποιήτρια Σαπφώ από τη Λέσβο επίσης αναφέρεται σε συνήθειες για το θρήνο του θανάτου του Άδωνι.

Σε κάποιες περιοχές, γίνονταν και μυήσεις σε μυστήρια του Θεού. Ο Λουκιανός μάλιστα αναφέρει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη.

Κατά την παράδοση, ποιητής των εορταστικών τραγουδιών και των ελεγειών για τον θάνατο του Άδωνι ήταν ο Κινύρας, ο πρώτος βασιλιάς της Κύπρου, που είχε εισάγει στο νησί την λατρεία της Αφροδίτης. Έλεγαν πως είχε έρθει από τη Βύβλο.
Οι τελετές αυτές, για τις οποίες ακόμη και ο προφήτης Ιεζεκιήλ αναφέρει ότι είχε δει τις πιστές του Ταμμούζ (Άδωνι) να θρηνούν στην είσοδο του Ναού της Ιερουσαλήμ, διαδόθηκαν σ’ όλες τις μεσογειακές χώρες και έτυχαν ευρύτατης αποδοχής και στην Ιβηρική, μέχρι που καταργήθηκαν οριστικά από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο γύρω στο 384 μ.Χ.
Μαρτυρία των τελετών, χορών και θρήνων αυτών στην αρχαία Σεβίλλη διασώθηκε στο Βιβλίο των παθών των αγίων Ιούστας και Ρουφίνας, οι οποίες μαρτύρησαν γύρω στο 248. Σύμφωνα με το κείμενο, οι δύο χριστιανές, που πουλούσαν κεραμικά, διασταυρώθηκαν με την περιφορά των πιστών του Άδωνι, οι οποίοι, στην άρνηση των γυναικών να προσφέρουν τάματα στη μνήμη του θεού, τις προπηλάκισαν και εν τέλει τις φυλάκισαν..
Ως Αδώνια ή Αδωνίδια ήταν γνωστοί και οι θρήνοι που ψάλλονταν για τον Άδωνη κατά τη διάρκεια των εορτών, όπως ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος που έχει διασωθεί.
Κατάλοιπο των αρχαίων αυτών ύμνων είναι ο "Ζαφείρης", παιχνίδι και τραγούδι στο Ζαγόρι της Ηπείρου την Πρωτομαγιά, ένα έθιμο για την ανάσταση της φύσης και τη γονιμότητα των χωραφιών. Το έπαιζαν τα κορίτσια την Πρωτομαγιά κι όλες τις Κυριακές του Μάη. Ένα αγόρι προσποιούνταν ότι πέθανε και τότε τα κορίτσια το στόλιζαν με άνθη μοιρολογώντας το. Ξαφνικά όμως ο «Ζαφείρης» σηκωνόταν. Τον «Ζαφείρη» τον παριστούσαν επίσης με μια κούκλα.
Το ίδιο έθιμο, με το όνομα "Φουσκοδέντρι", τελείται και στην Καστανιά Στυμφαλίας, με το όνομα "Κάνναβο" κατά τη Μεσοπεντηκοστή στην Άνω Αμισό του Πόντου, ως "Λειδινός" στην Αίγινα στις 14 Σεπτεμβρίου και ως "Λάζαρα" ή "Λαζαρικά" στην Αμμόχωστο. Ο Γεώργιος Μέγας αναφέρει ότι παρόμοιο έθιμο αναβιώνει στις Σέρρες κατά την περιφορά του Επιταφίου. Γυναίκες τοποθετούν εικόνα του Εσταυρωμένου ανάμεσα σε άνθη, αναμμένα κεριά και θυμιάματα και δίπλα τοποθετούν ένα πιάτο φακής ή κριθαριού.

Ένα ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη φέρει τον τίτλο "Αδώνια", το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 33 (Φεβρουάριος 1912) του περιοδικού «Χαραυγή» της Μυτιλήνης.

Πηγές/Φωτό/Βιβλιογραφία

Μαρκαντωνάτος, Γεράσιμος (1985). Επίτομο λεξικό λογοτεχνικών όρων. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 208. ISBN 000010180X.
Μιχαηλίδης, Σόλων (1999). Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Αθήνα: Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. ISBN 960-250-174-Χ.
Μέγας, Γ.Α. (1957). Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας. Αθήνα, σελ. σελ. 189 κ.εξ..
Λουκάτος, Δημήτριος Σ. (1992). Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία (4η Έκδοση έκδοση). Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ. 177. ISBN 9789602500644.
Nilsson, Martin Persson (1992) (στα γερμανικά). Geschichte der griechischen Religion. Τόμος Α' (2η Έκδοση έκδοση). C.H.Beck, σελ. σελ. 689 κ.εξ.. ISBN 3406013708.
[...]Ἀδώνια γὰρ εἶχον αἱ γυναῖκες τότε, καὶ προὔκειτο πολλαχόθι τῆς πόλεως εἴδωλα, καὶ ταφαὶ περὶ αὐτὰ καὶ κοπετοὶ γυναικῶν ἦσαν, ὥστε τοὺς ἐν λόγῳ ποιουμένους τινὶ τὰ τοιαῦτα δυσχεραίνειν καὶ δεδιέναι περὶ τῆς παρασκευῆς ἐκείνης καὶ δυνάμεως, μὴ λαμπρότητα καὶ ἀκμὴν ἐπιφανεστάτην σχοῦσα ταχέως μαρανθῇ. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Νικίας, κεφ. 13.7.
Smyth, Herbert Weir Smyth (1993). «Αδωνίδια» (στα αγγλικά). Greek melic poets. Biblo & Tannen Publishers, σελ. 28. ISBN 0819601209.
Ησύχιος, Γλώσσαι.
Θεόκριτου, Ειδύλλια, 15.
κατθνάσκει, Κυθέρη᾿, ἄβρος Ἄδωνις· τί κε θεῖμεν; καττύπτεσθε, κόραι, καὶ κατερείκεσθε χίτωνας. Σαπφώ, απόσπασμα 62.
Κάλτσου, Αικατερίνη (2007-4-4). «Θεϊκά Πάθη προς χάριν ανθρώπων». Λαογραφία, Παράδοση, Ιστορία (Πολίτης της Θράκης): σελ. φύλλο 66. Ανακτήθηκε στις 2009-08-23.
Cante Jondo: Το Βαθύ Τραγούδι της Ανδαλουσίας και οι ρίζες του
«Μάηδες του Πηλίου» (doc). Περιοδικό Φάρος. Μάιος 2009, σσ. κεφ. 5. Ανακτήθηκε στις 2009-08-23.
ERT online - Αφιερώματα: Πάσχα
Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνιά - Μάιος
Το έθιμο του Λειδινού
Λαπαθιώτης - Αδώνια
J. G. Frazer, The Golden Bough: Frazer's view of the gardens and the agricultural mythology of Adonis
Matthew Dillon, Girls and women in classical Greek religion, 2003. p.165: "Menander makes it apparent that this was an all-women celebration...".
William Smith, D.C.L., LL.D.: A Dictionary of Greek and Roman Antiquities, John Murray, London, 1875. Article on p.14. The sources quoted do not say this, however, unless perhaps the Scholion on Aristophanes contains this information.
p.164: "But Adonis was in no sense an eastern dying and reborn vegetation god. The Adonis images laid out as in death, and the seed garden that never bear fruit, honour him once each year. After the Adonia, he will not make an appearance until the next celebration of the festival (i.e. his death is commemorated each year; only late sources mention a resurrection)."
Dillon, p.164-8, probably meaning Photius Lexicon.
Noted by Ronda R. Simms, "Mourning and Community at the Athenian Adonia" The Classical Journal 93.2 (December 1997, pp. 121-141) p 123 note.
Quoted in Simms 1997:124 note 18.
Suda Online, article "Adonia", accessed 15 January 2011.
Lucian, De dea Syria 6.
Theocritus, Idyll 15: the women at the Adonis festival.
Simms 1997:132.
Gina Salapata, "Τριφίλητος Ἄδωνις: An Exceptional Pair of Terra-cotta Arulae from South Italy," in Studia Varia from the J. Paul Getty Museum (Getty Publications, 2001), vol. 2, p. 35.
Simms 1997.
Matthew Dillon, Girls and women in classical Greek religion, 2003. p.167: "The date of the Adonia at Athens continues to be a matter of some dispute."
Simms 1997:127.
Winkler, The Constraints of Desire: The Anthropology of Sex and Gender in Ancient Greece (New York) 1990.




Ancient Hellas: New banner

Ancient Hellas: New banner

Δημοφιλείς αναρτήσεις