MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.8.17

Πάριον, Τουρκία

Το Πάριον (κατ. Παριανός) ήταν αρχαία ελληνική πόλη της βορείου Μυσίας, στην πεδιάδα της Αδράστειας, στα δυτικά του βορείου στομίου του Ελλησπόντου. Υπήρξε έδρα βοηθητικού επισκόπου της εμβελείας της Μητρόπολης της Κυζίκου. 
Το Πάριον σε χάρτη του 1822

Η πόλη υπήρξε αποικία της Ερετρίας περ. από το 3000 π.Χ και της Πάρου (από την οποία πήρε και το όνομά της) από το 709 π.Χ. 
Στην συνέχεια έγινε μέλος της Δηλιακής Συμμαχίας (ιδρύθηκε το 477 π.Χ.). Κατά την ελληνιστική περίοδο προσαρτήθηκε στο βραχύβιο βασίλειο του Λυσιμάχου και πολύ αργότερα στο βασίλειο της Περγάμου. Αργότερα οι Ρωμαίοι την κατέστησαν αποικία τους (Colonia) της επαρχίας της Ασίας. 

Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. το Πάριον ανήκε στην βυζαντινή επαρχία του Ελλησπόντου. Τα νομίσματα της πόλεως βεβαιώνουν την αφθονία της σε αγαθά, ιδίως στην μεγάλη παραγωγή της μίνθης. 
Κατά την ελληνιστική περίοδο το έμβλημά της που απεικονίζεται στα νομίσματα, ήταν το γοργόνειον.
Άγαλμα του Ορφέα, από το Πάριον (1ος αιων π.Χ) - Μουσείο Çanakkale Archaeological Museum


Από τη βιογραφία του μάρτυρος αγίου Ονησιφόρου, πιστοποιείται η ύπαρξη χριστιανικής κοινότητας στο Πάριον πριν το 180 μ.Χ. Επίσης άλλοι άγιοι είναι άξιοι αναφοράς: ο άγιος Μένιγνος (μαρτύρησε επί αυτοκράτορος Δεκίου, στις 22 Νοεμβρίου), ο άγιος Θεογένης (επίσκοπος και μάρτυρας, τιμάται στις 3 Ιανουαρίου) και ο άγιος Βασίλειος (επίσκοπος και μάρτυρας του 9ου αιώνα, τιμάται στις 12 Απριλίου).
Ο Γάλλος θεολόγος και ιστορικός Michel Le Quien, αναφέρει και καθολικούς επισκόπους της πόλεως κατά τον 14ο αιώνα. Κατά το 640 το Πάριον έγινε ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή και παρέμεινε έτσι μέχρι το τέλος του δέκατου τρίτου αιώνα. Στη συνέχεια, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' ίδρυσε μια μητρόπολη υπό τον τίτλο: Πηγών και Παρίου. 
Αμφορα από το Πάριον

Το 1354 η μητρόπολη Πηγών και Παρίου καταργήθηκε (ίσως λόγω της κατάληψης από τους Τούρκους) και ο μητροπολίτης για αντάλλαγμα έλαβε την έδρα της θρακικής Σωζοπόλεως.

Τα ερείπια της αρχαίας ελληνικής αποικίας βρίσκονταν στο ελληνικό χωριό Καμάρες (σημ. Kimir), επί του ακρωτηρίου Tersana-Bournou, στην διοικητική περιφέρεια των Πηγών.

Το πηγάδι 2.700 ετών με θερμό νερό στην αρχαία ελληνική πόλη Πάριον
Ένα πηγάδι ηλικίας 2.700 ετών που εξακολουθεί να έχει νερό - το βασικό ποτό που είναι «πηγή ζωής» - με ειδικές «θεραπευτικές ιδιότητες», έφεραν στο φως τελευταίες αρχαιολογικές ανασκαφές.
Το πηγάδι εξακολουθεί να περιέχει θερμό νερό, το οποίο πιστεύεται ότι αποτελεί την πηγή της ομορφιάς στην περιοχή, και βρίσκεται στην τοποθεσία που ήταν η αρχαία ελληνική πόλη Πάριον, στην περιοχή του Τσανάκκαλε.

Οι αρχαιολόγοι που πραγματοποιούν τις ανασκαφές έχουν ήδη ανακαλύψει εννέα πηγάδια στην περιοχή αυτή, η οποία για χρόνια ολόκληρα υπέφερε από λειψυδρία. Μόνο ένα όμως πηγάδι εξακολουθεί να έχει νερό για το οποίο πιστεύουν ότι έχει θεραπευτικές ικανότητες.

«Σύμφωνα με αρχαίες αναφορές, το νερό αυτό είχε θεραπευτικές ιδιότητες και ήταν ευεργετικό για τις διαταραχές του στομάχου και τις δερματικές βλάβες", δήλωσε ο καθηγητής Βεντάτ Κελές του Αρχαιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Ondokuz Mayıs. Πρόσθεσε μάλιστα, ότι ήταν ξακουστή η ομορφιά των γυναικών της περιοχής η οποία θα μπορούσε, όπως είπε, να οφείλεται σε αυτό το θεραπευτικό νερό.

Το Πάριον, γνωστό και ως Πάριουμ ήταν αρχαία ελληνική πόλη η οποία ιδρύθηκε το 709 π.Χ. Είχε δύο μεγάλα λιμάνια τα οποία κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής χρησίμευαν ως κύριος "τελωνειακός σταθμός" για αγαθά που έρχονταν από το Αιγαίο στην Κωνσταντινούπολη.

Οι αρχαιολόγοι πραγματοποιούν ανασκαφές στην περιοχή αυτή από το 2005. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί σαρκοφάγοι, τάφοι και αρχαία αντικείμενα.
Γλυπτό που αναπαριστά τη θεά Άρτεμη και υπολογίζεται πως έχει ηλικία 1.800 ετών ήρθε στο φως σε ανασκαφική θέση, στο αρχαίο Πάριον, κοντά στο χωριό Κεμέρ της περιφέρειας της Μπίγκα (Τουρκία).

Τις ανασκαφές διευθύνει ο καθηγητής Cevat Başaran, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ατατούρκ του Ερζουρούμ. Οι ανασκαφές διενεργούνται σε έξι ζώνες της αρχαίας πόλης.

Το μαρμάρινο γλυπτό αποκαλύφθηκε κατά τμήματα στο Ωδείον. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του επικεφαλής των ανασκαφών, το άγαλμα απεικονίζει μια ντυμένη γυναίκα, έχει ύψος 1,70 μ. και είναι σμιλεμένο σε καλής ποιότητας μάρμαρο. Οι ανασκαφείς βρήκαν επίσης μαρμάρινα γλυπτά που αναπαριστούν ζώα, όπως πρόβατα και σκύλους.

Το τόξο και το βέλος στο χέρι της υποδηλώνει ότι το γλυπτό ανήκει στην Άρτεμη (Diana), τη θεά του κυνηγιού, της άγριας φύσης και των ζώων, όπως είπε ο Başaran.


Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

Strabo, Geography
http://www.asiaminorcoins.com
B. V. Head, Historia Numorum (1911)
M. Grant, From imperium to Auctoritas (1946)id., Emerita 20 (1952)
D. Magie, Roman Rule in Asia Minor (1950)
http://www.perseus.tufts.edu
L. Robert, Hellenica 9 (1950), 10 (1955), 11-12 (1960); id., Villes d'Asie Mineure (2d ed. 1962); L. Laurenzi, Riv. Ist. Naz. Arch. St. Arte 5-6 (1956-57); id., Ann. Sc. Arch. Ital. Atene 33-34 (1957); D. Nikolov, Archeologia (Sofia) 5 (1963).
http://turkisharchaeonews.net
P. Frisch (ed.), Die Inschriften von Parion (Bonn, 1983) (Inschriften griechischer Städte aus Kleinasien 25).
https://www.dailysabah.com
Herbermann, Charles, ed. (1913). "Parium". Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company. This article incorporates text from a publication now in the public domain: Herbermann, Charles, ed. (1913). "Parium". Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton.
https://wikipedia.org

4.5.17

Σίδη, Τουρκία

Η αρχαία ελληνική πόλη Σίδη, το σπουδαιότερο εμπορικό λιμάνι της Παμφυλίας της Μικράς Ασίας, και μιά από τις ισχυρότερες πόλεις της περιοχής κατά την Αρχαιότητα.
Ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ., και άκμασε ιδιαίτερα επί της ρωμαϊκής περιόδου κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ.. Κοντά βρίσκονται τα χωρία Μαναβγκάτ και Σελιμίγιε στην επαρχία Αττάλειας της Τουρκίας.

Ιστορία
Σύμφωνα με τον Στράβων και τον Αρριανό ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους της Κύμης στην Αιολίδα κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., και η προστάτιδα θεότητα της ήταν η Αθηνά η παράσταση της οποίας υπήρχε στα νομίσματα της πόλεως. Η ονομασία της πόλης σήμαινε Ρόδι στην Παμφυλιακή τοπική γλώσσα της αρχαιότητας, και υπάρχουν αντίστοιχες απεικονίσεις στα νομίσματα. Σταδιακά φαίνεται πως οι κάτοικοι υιοθέτησαν την παμφυλιακή γλώσσα και δεν συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα ελληνικά.

Όσον αφορά την πρώιμη ιστορία της πόλης, είναι εφικτή η ανασύνθεση ενός γενικού μόνο ιστορικού πλαισίου, με βάση τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί σε ολόκληρη την Παμφυλία κατά την περίοδο αυτή. Ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι η περιοχή κατακτήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. από τον βασιλιά των Λυδών Κροίσο (560-546 π.Χ.).8 Μετά την ήττα του από τους Πέρσες το 546 π.Χ., η Παμφυλία εντάχθηκε διοικητικά σε περσική σατραπεία και εξαναγκάσθηκε να καταβάλει φόρο υποτέλειας στη νέα αρχή. Φαίνεται πάντως πως η Σίδη απολάμβανε κάποια αυτονομία, αφού έκοβε δικό της νόμισμα ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. Στα χρόνια μετά τους Περσικούς πολέμους, η επεκτατική πολιτική της Α' Αθηναϊκής Συμμαχίας επηρέασε άμεσα και τη Σίδη, δεδομένου του γεγονότος ότι οι Αθηναίοι επιδίωξαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους στις παμφυλικές ακτές. Τελικά, η σαρωτική νίκη του Αθηναίου στρατηγού Κίμωνα στη μάχη του Ευρυμέδοντα κοντά στη Σίδη (466 ή 461 π.Χ.) είχε ως συνέπεια να χάσουν οι Πέρσες την κυριαρχία τους στην παμφυλική πεδιάδα. Η κατάσταση ανετράπη εκ νέου το 386 π.Χ. με την Ανταλκίδειο Ειρήνη, σύμφωνα με την οποία όλες οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας βρέθηκαν ξανά υπό τον έλεγχο του Πέρση Βασιλέα. Δεν είναι γνωστό ποιες ακριβώς συνθήκες επικράτησαν στις παμφυλικές πόλεις κατά τη δεύτερη αυτή φάση της περσικής κυριαρχίας. Η νομισματοκοπία πάντως της Σίδης –όπως και της γειτονικής της Ασπένδου– συνεχίστηκε και στα χρόνια αυτά, στοιχείο που υποδηλώνει κάποια μορφή αυτονομίας για τις δύο πόλεις. Λίγο αργότερα, το 365 π.X., η Σίδη έλαβε μέρος στην επανάσταση των Σατραπών εναντίον των Περσών, μαζί με τις υπόλοιπες παμφυλικές πόλεις.

Μια νέα περίοδος ξεκίνησε για την πόλη μετά την άφιξη του Αλεξάνδρου στην περιοχή. Μετά τη μάχη του Γρανικού (334/333 π.Χ.), η Σίδη, η Πέργη και η Άσπενδος έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στον Μακεδόνα. Αυτός τοποθέτησε φρουρά στη Σίδη και ίδρυσε εκεί νομισματοκοπείο,9 γεγονός που είχε ως συνέπεια να διατηρήσει η πόλη τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραμάτιζε στην Παμφυλία. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. σηματοδότησε μια νέα εποχή ανακατατάξεων. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Παμφυλία βρέθηκε διαδοχικά σε διαφορετικές σφαίρες επιρροής, ανάλογα με τις δυνάμεις που δρούσαν στην περιοχή. Έτσι, μετά τη συνδιάσκεψη του Τριπαραδείσου (321 π.Χ.) μέχρι και τη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.), η περιοχή πέρασε στην κυριαρχία των Σελευκιδών. Τον 3ο αιώνα π.Χ. (295-218 π.Χ.) άλλαξε στρατόπεδο και βρέθηκε υπό τον έλεγχο των Πτολεμαίων, οι οποίοι είχαν γίνει κυρίαρχοι της Μεσογείου στα χρόνια αυτά. Οι Πτολεμαίοι άσκησαν μάλλον χαλαρό διοικητικό έλεγχο, συνάπτοντας συμφωνίες με τις πιο ισχυρές από τις πόλεις που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία τους. Από το 218 ως το 189 π.Χ., οι Σελευκίδες ανέκτησαν τα ερείσματά τους στην περιοχή.
Τετράδραχμο του 2ου αιώνα π.Χ., αναπαράσταση της Αθηνάς και της Νίκης

Η αρχή της περιόδου αυτής σηματοδοτήθηκε από τη δράση του Αχαιού, ο οποίος αποπειράθηκε να σφετεριστεί την εξουσία του Αντιόχου Γ΄ του Μεγάλου. Με τα γεγονότα αυτά συνδέεται και μια στρατιωτική περιπέτεια στην οποία ενεπλάκη ενεργά η Σίδη, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις μεταξύ των πόλεων της Παμφυλίας δεν ήταν πάντοτε αρμονικές. Όταν η Σέλγη επιτέθηκε εναντίον της Πεδνηλισσού, γειτονικής πόλης της ισχυρής Ασπένδου, ο Αχαιός απέστειλε εκεί τον στρατιωτικό διοικητή Γαρσύηρη για να συνδράμει τους πολιορκούμενους.10 Ενώ η Άσπενδος και η Έτεννα έσπευσαν να συνδράμουν την πολιορκούμενη πόλη, η Σίδη αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη. Η στάση αυτή δεν υπαγορεύτηκε μόνο από την αφοσίωσή της στην κεντρική εξουσία, αλλά κυρίως από τις εχθρικές τους σχέσεις με την Άσπενδο.

Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. (190-189 π.Χ.), ο πόλεμος μεταξύ των Ρωμαίων και του Αντιόχου Δ' ανέτρεψε εκ νέου τις ισορροπίες των δυνάμεων που είχαν διαμορφωθεί και σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής. Η ναυμαχία της Σίδης μάλιστα, το 190 π.Χ., ήταν γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση του πολέμου, αφού εκεί κατατροπώθηκε ο σελευκιδικός στόλος. Ακολούθησε η ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.), η οποία καθόρισε τις σφαίρες επιρροής των νέων κυριάρχων. Έτσι, το δυτικό τμήμα της Παμφυλίας μέχρι τον ποταμό Κέστρο προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Περγάμου, ενώ το ανατολικό –όπου βρισκόταν η Σίδη– παρέμεινε ελεύθερο.

Τα χρόνια αυτά, μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ., σηματοδοτούν την πρώτη μεγάλη περίοδο ακμής της πόλης. Αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην άνθηση του εμπορίου, που κατέστησε τη Σίδη ένα από τα σημαίνοντα εμπορικά κέντρα της περιοχής. Η ευρεία κυκλοφορία των νομισμάτων της όχι μόνο στη Μ. Ασία αλλά και στη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο πιστοποιεί την ύπαρξη ενός ευρύτατου εμπορικού δικτύου στο Αιγαίο και στην ευρύτερη Μεσόγειο.
Στατήρας του 5ου αιώνα π.Χ., αναπαράσταση ροδιού και της Αθηνάς

Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Παμφυλίας, διαβλέποντας την άνοδο της ρωμαϊκής ισχύος στην περιοχή τους, φρόντιζαν σε κάθε ευκαιρία να εκδηλώνουν φιλικές διαθέσεις προς την ανερχόμενη δύναμη. Για παράδειγμα, το έτος 168 π.Χ., μια πρεσβεία από Παμφυλείς κατέφθασε στη Ρώμη με βασικό αίτημα την ανανέωση της φιλίας μεταξύ των δύο μερών. Λίγο αργότερα, η Σίδη συμμετείχε ενεργά στον Γ' Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.Χ.) υπέρ της Ρώμης, παραχωρώντας πέντε πλοία στον Ρωμαίο στρατηγό Σκιπίωνα Αιμιλιανό για την πολιορκία της Καρχηδόνας.

Η περίοδος αυτή έληξε με το θάνατο του Αττάλου Γ' και την κληροδότηση του βασιλείου της Περγάμου στη Ρώμη το 133 π.Χ. Για ένα σύντομο διάστημα η Παμφυλία διατήρησε την ανεξαρτησία της, αλλά σύντομα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη μάστιγα της πειρατείας, η οποία αποτέλεσε παράγοντα αποσταθεροποίησης για την περιοχή τα επόμενα χρόνια. Τα ως τότε ισχύοντα μέσα αυτοπροστασίας των πόλεων αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η Σίδη εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει στους πειρατές το δικαίωμα να κατασκευάζουν πλοία στα νεώριά της. Σύντομα κατέστη ένα από τα κυριότερα κέντρα αγοραπωλησίας της λείας από τις πειρατικές επιδρομές. Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τους Μιθριδατικούς πολέμους, μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μιθριδάτης ΣΤ' Ευπάτωρ κατέλαβε ολόκληρη την Παμφυλία, ύστερα από συμφωνία με τους πειρατές. Το έτος 78 π.Χ., ο P. Servilius Vatia, ανθύπατος Κιλικίας, ανέλαβε τον έλεγχο της Παμφυλίας και επιφορτίσθηκε με το δύσκολο έργο της εκκαθάρισής της από την πειρατεία. Τελικά, κατάφερε να απαλλάξει από τους πειρατές μόνο το δυτικό τμήμα της περιοχής, ενώ το έργο του το ολοκλήρωσε λίγο αργότερα ο Πομπήιος. Οι κάτοικοι της Σίδης, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, έστησαν στην πόλη τους ένα τιμητικό μνημείο για τον Ρωμαίο στρατηγό.

Μετά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα το 44 π.Χ., η Παμφυλία πέρασε για σύντομο διάστημα στην επαρχία Ασίας, ενώ το 36 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος την παραχώρησε στο βασίλειο της Γαλατίας. Μετά το θάνατο του βασιλιά της Γαλατίας Αμύντα το 25 π.Χ., η Παμφυλία ενώθηκε διοικητικά με τη Λυκαονία, αποτελώντας ξεχωριστή επαρχία. Το 43 μ.Χ. ο Κλαύδιος δημιούργησε την επαρχία Λυκίας-Παμφυλίας. Επί Αδριανού (το 136 μ.Χ.), η Παμφυλία έγινε για πρώτη φορά συγκλητική επαρχία για λόγους που εξυπηρετούσαν τη ρωμαϊκή διοίκηση, ενώ η κατάσταση αυτή παγιώθηκε από το 178/179 μ.Χ. και εξής, επί της αρχής του Μάρκου Αυρήλιου. Το α' μισό του 3ου αιώνα μ.Χ. αποτέλεσε περίοδο μέγιστης οικονομικής ακμής. Οι ειρηνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή συνετέλεσαν στην ανάδειξη της Σίδης σε μείζον εμπορικό κέντρο, καθώς και στη δημογραφική της ανάπτυξη. Η παρακμή ξεκίνησε στο β’ μισό του 3ου αιώνα μ.Χ., με την επιδρομή των Σκυθών από τη Μαύρη Θάλασσα επί Κλαυδίου του Γοτθικού (268-270 μ.Χ.), η οποία αποκρούσθηκε με επιτυχία από τους κατοίκους. Τον επόμενο αιώνα η πόλη έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Ισαύρους. Οι αλλεπάλληλες επισκευές στα τείχη της Σίδης απηχούν με εύγλωττο τρόπο την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Οι περιπέτειες αυτές είχαν μάλιστα ως συνέπεια τον περιορισμό της επικράτειας της πόλης. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. εμφανίστηκαν κάποια σημάδια ανάκαμψης, ενώ δύο αιώνες αργότερα οι αραβικές εισβολές αποτέλεσαν το τελειωτικό χτύπημα για την αρχαία Σίδη.
Στατήρας του 5ου αιώνα π.Χ., της Αθηνάς και της Νίκης, και γράμματα σε παμφυλιακή γραφή

Η πόλη άκμασε σημαντικά κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ., και αποτελούσε μαζί με την Αττάλεια το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο της περιοχής. ωστόσο στα τέλη του 3ου αιώνα δέχτηκε επιδρομές από τους Σκύθες, και κατά τον επόμενο αιώνα από τους Ισαύρους, και αποδυναμώθηκε. Κατακτήθηκε από τους Άραβες τον 7ο αιώνα και οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης κατέφυγαν στην Αττάλεια.


Περιγραφή
Το λιμάνι της Σίδης, σημείο συνάντησης σημαντικότατων θαλάσσιων οδών, την κατέστησε το κέντρο της θαλάσσιας επικοινωνίας μεταξύ τόσο της Συρίας, της Αιγύπτου και της Κύπρου στην Ανατολή όσο και της Ρόδου και του Αιγαίου στη Δύση. Ήταν η κύρια αντίπαλος της γειτονικής –και οικονομικά ισχυρής– Αττάλειας στον τομέα του εμπορίου. Εύλογα λοιπόν χρήζει ιδιαίτερης μνείας το λιμάνι της, το οποίο ήταν ζωτικής σημασίας για τη ζωή των κατοίκων της. Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα θαλάσσια ρεύματα και οι ισχυροί άνεμοι που επικρατούσαν συνήθως το είχαν καταστήσει παροιμιώδες στους αρχαίους ναυτικούς για τη δυσκολία που παρουσίαζε ως προς τον ελλιμενισμό των πλοίων. Για του λόγου το αληθές, κάθε φορά που αναφερόταν κάποιος σε ένα επίπονο έργο, χρησιμοποιούνταν η ρήση «μου έλαχε το λιμάνι της Σίδης».

Η οικονομική ευρωστία της πόλης οφειλόταν όχι μόνο στο θαλάσσιο εμπόριο, αλλά και στην εύφορη, καλά αρδευόμενη γη γύρω από τον Μέλανα ποταμό. Επιπλέον, η Σίδη ήταν κέντρο του χερσαίου διαμετακομιστικού εμπορίου προς τη Λυκαονία, αφού βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με την οδό που οδηγούσε μέσω δύσβατων ορεινών περασμάτων στην περιοχή αυτή.

Η οικονομική ανάπτυξη της Σίδης έφτασε στο απόγειό της το 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ. Εκτεταμένα αρδευτικά συστήματα δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για εντατικές καλλιέργειες, ενώ παράλληλα οι κάτοικοι ασχολούνταν με την παραγωγή ελαιόλαδου, την αμπελουργία, την αλιεία, τη ναυπηγική και το εμπόριο. Επί της αρχής του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), η Σίδη κατέστη τόπος μεταφόρτωσης των σιτηρών στο δρόμο από την Αλεξάνδρεια προς το βορρά, εις βάρος της Εφέσου. Το εμπορικό αυτό προνόμιο έδωσε νέα ώθηση στην οικονομική ζωή της πόλης.

Τα κύρια διοικητικά όργανα της Σίδης ήταν η βουλή, η εκκλησία του Δήμου και η Γερουσία. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε 4 συνοικίες, οι ονομασίες των οποίων προέρχονταν από τα σημαντικά οικοδομήματα που τις κοσμούσαν. Έτσι, υπήρχε η συνοικία των Τετραπωλειτών (από μια τετράπωλο, δηλαδή τέθριππο, πάνω στην αψίδα της οδού με τις κιονοστοιχίες), η συνοικία των Βωμειτών (από το βωμό του Διός), η συνοικία των Μεγαλοπυλειτών (από τη Μεγάλη Πύλη) και η συνοικία του Μεγάλου Συνεργείου. Είναι ενδιαφέρον το ότι η διαίρεση αυτή, εκτός από χωροταξική, ήταν και διοικητική, αφού η καθεμία από τις εν λόγω συνοικίες είχε τη δική της Γερουσία.

Οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Σίδη παρέχουν στον ιστορικό σχεδόν πλήρη στοιχεία σχετικά με τη θρησκευτική ζωή στην πόλη, κυρίως κατά την Αυτοκρατορική περίοδο. Στα χρόνια αυτά τελούνταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα γυμνικοί και μουσικοί αγώνες, κατά τα πρότυπα των Ολυμπίων και των Πυθίων του ελλαδικού χώρου.

Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν η λατρεία του Απόλλωνα και της Αθηνάς, οι οποίοι ήταν οι προστάτες θεοί της πόλης. Το τελετουργικό προς τιμήν των δύο θεών περιλάμβανε και τα Πύθια, που ήταν η βάση για την ομόνοια, δηλαδή τη φιλία, μεταξύ Δελφών και Σίδης. Η σημασία των αγώνων αυτών πιστοποιείται από την απεικόνισή τους σε νομίσματα του 3ου αιώνα μ.Χ.

Όντας ακμάζον εμπορικό λιμάνι, η Σίδη κατέστη σταδιακά ένα κοσμοπολίτικο κέντρο της περιοχής. Οι κάτοικοί της κατά την Ύστερη Αρχαιότητα αποτελούσαν μωσαϊκό φυλών και θρησκειών. Εκτός από τους Έλληνες υπήρχαν και πολλοί ανατολίτες. Αυτοί ήταν κυρίως έμποροι από τις φοινικικές πόλεις, τη Συρία, την Κύπρο και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι Αιγύπτιοι, μάλιστα, εισήγαγαν στη Σίδη τη λατρεία του Σαράπιδος και της Ίσιδος, που είχαν μεγάλη απήχηση στους Έλληνες κατοίκους. Στην πόλη πιστοποιείται και η ύπαρξη μιας ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας, η οποία μάλιστα είχε και δύο συναγωγές. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι κατέφθαναν κατά διαστήματα έμποροι και στρατιώτες από τη Δύση, την κυρίως Ελλάδα και τις μικρασιατικές πόλεις.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Λίβιος κάνει λόγο για μια πόλη της Παμφυλίας κτισμένη σε απόκρημνο βραχώδες ακρωτήριο, που «εισχωρούσε στη θάλασσα». Η περιγραφή ταιριάζει στην αρχαία Σίδη, τα ερείπια της οποίας εκτείνονται σε μια χερσόνησο μήκους 800 μ. περίπου και πλάτους 400 μ.

Το λιμάνι της Σίδης, ο βασικός παράγοντας της ευημερίας της κατά την Αρχαιότητα, ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου τεχνητό. Το μεγαλύτερο τμήμα του δεν είναι ορατό σήμερα, αλλά σώζεται ο αρχαίος μώλος. Η ίδια η πόλη δεν έχει διερευνηθεί ανασκαφικά σε όλη της την έκταση. Για το λόγο αυτόν δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν είχε γίνει εφαρμογή του ιπποδάμειου συστήματος, όπως για παράδειγμα στην Πριήνη και τη Μίλητο, ή αν η δόμηση ακολουθούσε το ανάγλυφο του εδάφους, όπως στην Πέργαμο.

Οι φυσικές πηγές γύρω από την πόλη είναι ελάχιστες και μάλλον ανεπαρκείς. Έτσι, δεν είναι γνωστό πώς έφθανε αρχικά το πόσιμο νερό στη Σίδη, αφού τα αρχαιολογικά δεδομένα δε συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης οργανωμένου υδροδοτικού συστήματος. Στους Αυτοκρατορικούς χρόνους από την άλλη, η υδροδότηση της πόλης γινόταν από τον ποταμό Μέλανα. Το νερό έφθανε στην πόλη μέσω ενός εντυπωσιακού υδραγωγείου, του οποίου οι αγωγοί ξεκινούσαν από την πηγή Dumanlı, ακολουθώντας πορεία 29 χλμ. μέχρι τα τείχη της πόλης. Σε μερικά σημεία ήταν λαξευμένοι στο φυσικό βράχο, ενώ αλλού ήταν υπέργειοι και στηρίζονταν σε ψηλές αψίδες, μερικές από τις οποίες είναι ορατές μέχρι σήμερα. Το νερό συγκεντρωνόταν σε δεξαμενές και τροφοδοτούσε ένα μεγαλοπρεπές Νυμφαίο, με πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, που βρισκόταν ακριβώς έξω από τη βόρεια πύλη. Τόσο αυτό όσο και το Υδραγωγείο χρονολογούνται στον 2ο αιώνα μ.Χ. Κατά τους ύστερους Αυτοκρατορικούς χρόνους, η οικονομική παρακμή της πόλης είχε εμφανείς επιπτώσεις και στο υδροδοτικό αυτό σύστημα, το οποίο παραμελήθηκε και σταμάτησε να επισκευάζεται. Για το λόγο αυτόν, η επέμβαση ενός επιφανούς πολίτη, του Βρυωνιανού Λολλιανού, τον ύστερο 3ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος χρηματοδότησε την επισκευή των αγωγών, ήταν γεγονός ζωτικής σημασίας για τους κατοίκους.

Η Σίδη προστατευόταν με οχυρωματικό τείχος, το οποίο χρονολογείται στην ύστερη Ελληνιστική περίοδο (2ος αιώνας π.Χ.). Τα σωζόμενα τμήματά του είναι ως επί το πλείστον μεταγενέστερα, ενώ στα νότια έχει καλυφθεί πλήρως από άμμο, όπως και ολόκληρη η περιοχή στο σημείο αυτό. Το εξωτερικό τμήμα του τείχους, κτισμένο με ισόδομη τοιχοποιία, φέρει στο μήκος του ένα διακοσμητικό κυμάτιο, ενώ ενισχύεται από αμυντικούς πύργους σε ακανόνιστα διαστήματα. Η εσωτερική πλευρά της οχύρωσης έχει τριμερή κατά το ύψος διάταξη, στοιχείο που πρόσφερε μεγάλη άνεση κινήσεων στους αμυνόμενους. Η κύρια πύλη της Σίδης βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του τείχους και η κάτοψή της παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τις πύλες στο Σίλλυον και την Πέργη. Κατά την Αυτοκρατορική περίοδο διακοσμήθηκε με κόγχες, γλυπτά και κίονες, αποκτώντας έτσι μνημειώδη όψη. Η δεύτερη πύλη της Σίδης βρισκόταν στο άλλο άκρο της πόλης, στα νότια. Οι ανασκαφές που έγιναν εκεί, έφεραν στο φως μια κατασκευή με διαφορετική κάτοψη, ενώ βρέθηκαν και ανάγλυφα που αναπαριστούν τμήματα οπλισμού, λάφυρα πιθανώς από κάποια σημαντική μάχη μεταξύ των κατοίκων της πόλης και της Περγάμου, το 2ο αιώνα π.Χ.

Μια μεγαλοπρεπής οδός διέσχιζε την αρχαία πόλη. Ξεκινούσε από το λιμάνι και κατέληγε στην περιοχή των ναών. Μια μικρότερη οδός ξεκινούσε από την κύρια πύλη και είχε κατεύθυνση προς τα δυτικά. Οι δύο αυτοί οδικοί άξονες συνέδεαν τις τέσσερις συνοικίες της αρχαίας Σίδης. Ήταν πλακόστρωτοι και πλαισιώνονταν από μεγαλοπρεπείς στοές, με καταστήματα στις δύο πλευρές. Ένα μικρό μόνο τμήμα τους είναι ορατό σήμερα, εξαιτίας της εκτεταμένης σύγχρονης δόμησης.

Η Εμπορική Αγορά της Σίδης βρισκόταν στον άξονα της οδού που ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη. Σήμερα διακρίνονται μόνο οι θεμελιώσεις της, ενώ στο κέντρο της δέσποζε ένας κυκλικός ναός του 2ου αιώνα μ.Χ., αφιερωμένος πιθανότατα στη θεά Τύχη. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοι έκτισαν ένα μικρό τείχος στα νότια της Αγοράς. Εκεί κτίσθηκε μια αψιδωτή πύλη, η οποία αποτέλεσε και είσοδο προς την πόλη στο σημείο αυτό. Δίπλα στην πύλη αυτή υπάρχει το μνημείο του Βεσπασιανού, το οποίο όμως δε βρίσκεται στην αρχική του θέση. Η σωζόμενη επιγραφή το χρονολογεί στο 74 μ.Χ. Ήταν ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα που έκτισαν οι πολίτες σε κάποιο άγνωστο σημείο μέσα στη Σίδη για να τιμήσουν τους αυτοκράτορες Τίτο και Βεσπασιανό. Η Αγορά βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με ένα συγκρότημα λουτρών του 5ου αιώνα μ.Χ., στο οποίο στεγάζεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Το θέατρο της Σίδης, στην ίδια περιοχή, είναι μια εντυπωσιακή κατασκευή των Αυτοκρατορικών χρόνων. Μεταξύ του θεάτρου και της οδού με τις κιονοστοιχίες σώζονται τα ερείπια ενός μικρού ναού του 1ου αιώνα π.Χ., αφιερωμένου πιθανώς στον θεό Διόνυσο. Στα ΝΑ του θεάτρου, έξω από το μεταγενέστερο τείχος, υπήρχε η Δημόσια Αγορά της πόλης, η οποία είχε ταυτιστεί λανθασμένα με Γυμνάσιο. Είχε περίτεχνο γλυπτό διάκοσμο, διέθετε πιθανότατα βιβλιοθήκη, ενώ κοσμούνταν με αγάλματα αθλητών και θεοτήτων, ρωμαϊκά αντίγραφα ελληνικών πρωτοτύπων.

Στο νότιο τμήμα της πόλης δεσπόζει η περιοχή με τους ναούς, με θέα στο λιμάνι και τη θάλασσα. Πρόκειται για δύο πανομοιότυπους περίπτερους κορινθιακούς ναούς κτισμένους σε υπερυψωμένη κρηπίδα, που χρονολογούνται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους (2ος αιώνας μ.Χ.). Σήμερα διακρίνονται μόνο οι θεμελιώσεις τους, αλλά τα αρχιτεκτονικά τους μέλη είναι διάσπαρτα στον γύρω χώρο. Επρόκειτο για τους ναούς της Αθηνάς και του Απόλλωνα, ήταν δηλαδή αφιερωμένοι στις δύο σημαντικότερες θεότητες που λατρεύονταν στην πόλη. Στους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους, κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., οι κάτοικοι έκτισαν μια μεγαλοπρεπή βασιλική στα ανατολικά της περιοχής των ναών. Στα ανατολικά της βρίσκεται ένας μικρός ναός, πιθανώς αφιερωμένος στη λατρεία του Μηνός. Στην περιοχή ΒΑ του ναού αυτού και σε άμεση γειτνίαση με την κεντρική οδό της πόλης σώζονται τα λουτρά του λιμανιού.

Mεταξύ των ερειπίων της αρχαίας Σίδης, ιδιαίτερη θέση κατέχει η εκτεταμένη νεκρόπολη, η οποία βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης. Τα πολυάριθμα ταφικά μνημεία σώζονται σε καλή κατάσταση, αλλά οι εντατικές καλλιέργειες στην περιοχή έχουν προκαλέσει καταστροφές σε πολλά από αυτά. Στην πλειοψηφία τους χρονολογούνται στην Αυτοκρατορική περίοδο, ενώ το νεκροταφείο συνέχισε να είναι σε χρήση και στους Βυζαντινούς χρόνους. Υπήρχαν πολλοί τύποι ταφικών μνημείων, όπως σαρκοφάγοι, υπέργειοι κτιστοί τάφοι, βωμοί και οστεοθήκες. Ο γλυπτός διάκοσμος μάλιστα των σαρκοφάγων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός και πιστοποιεί ότι η Σίδη ήταν αξιόλογο κέντρο γλυπτικής κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους.

Μνημεία

Ο ναός του Απόλλωνα στην Σίδη
Ο ναός του Απόλλωνα βρίσκεται δίπλα στο αρχαίο λιμάνι. Ο ναός έχει 6 στήλες Κορινθιακού ρυθμού στο μπροστινό και πίσω μέρος με 16χ30μ. στηλοβάτες και 11 στήλες με το ίδιο στυλ σε κάθε πλευρά. Κάθε στήλη είναι 8,90 m. υψ. Η αρχιτέκτονα (οριζόντια πέτρινα τετράγωνα που τοποθετούνται στους κίονες, τα οποία συνδέουν τις κολώνες μεταξύ τους και φέρουν τις σειρές της ζωφόρου και της οροφής τοποθετημένης από πάνω η οποία ήταν διακοσμημένη με σχέδια φυτών και κεφαλές μέδουσας .
Ο ναός αυτός είναι μνημείο που ανήκει στον 2ο αιώνα μ.Χ.

Ο ναός της Αθηνάς

Τα τείχη της πόλης

Η πύλη του Βεσπασιανού
From the point of view of the military art the main gate of Side city is interesting. The gate is a system formed by semi-circular courtyard and two guarding towers, having 2 sections opening outside and inside of the city. Also in the other cities of the Pamphylia region ( like Perge, Sillyon ) the same gate model was used.
A monumental entrance with 2 arches was added to the gate in the form of two layers, presumably during the period of Pax Romana ( Roman Peace ). Both layers are made of the column groups formed by overlapping two Korinth style columns.
The reason for this addition was the decreasing the gate’s military importance. Inside the semi-circular courtyard is decorated with the statues placed inside these niches and also with niches separated by two layers of columns.
On city walls of Side other gates were also found, which were buried under the sands, bur the formation plan of these are different from the main gate. Among these different gates the friezes decorating the south eastern gate are very interesting. With big difficulty the south eastern gate was taken out of the sands. The spoils taken from the enemies like helmet, sword and shield are described on these friezes and these are exhibited in Side Museum.
Also this gate has a protocol entrance with two arches. These provide entry to the protocol courtyard, during the Byzantine reign the ground of which was covered with mosaics.

Κρήνη της πόλης (νυμφαίο) 

Κτήριο της αρχαίας βιβλιοθήκης

Υδραγωγείο


Η εμπορική αγορά και ο ναός της Τύχης

Το θέατρο της πόλης

Τειχίσματα του αρχαίου θεάτρου

Τα μπάνια της Αγοράς (Μουσείο)


Μνημειακή Πύλη

Κρήνη του Βεσπασιανού

Ο ναός του Διονύσου

Βασιλική του Θεάτρου


Source/Photography/Bibliography

"The Ancient Library". Retrieved 2006-11-19.
"Side - History of the City". Retrieved 2006-11-19.
Catholic Encyclopedia, 1907-1912, s.v. 'Sidon'
Annuario Pontificio 2013 (Libreria Editrice Vaticana, 2013, ISBN 978-88-209-9070-1), p. 971
"Aspendos - Perge - Side". Retrieved 2006-11-19.
Πισιδίας, Ιερά Μητρόπολις. «Ιερά Μητρόπολις Πισιδίας - ΣΙΔΗ (Side)». 
In 1895 Turkish people from Crete moved to the ruined town and called it Selimiye.
Side Travel Guide
Turkish Riviera - Side

30.1.17

Τερμησσός, Τουρκία

Σολύμους δ´ εἶναί φασι τοὺς Καβαλεῖς· τῆς γοῦν Τερμησσέων ἄκρας ὁ ὑπερκείμενος λόφος καλεῖται Σόλυμος, καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ Τερμησσεῖς Σόλυμοι καλοῦνται. Πλησίον δ´ ἐστὶ καὶ ὁ Βελλεροφόντου χάραξ καὶ ὁ Πεισάνδρου τάφος τοῦ υἱοῦ {αὐτοῦ} πεσόντος ἐν τῇ πρὸς Σολύμους μάχῃ. Ταῦτα δὲ καὶ τοῖς ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ λεγομένοις ὁμολογεῖται· περὶ μὲν γὰρ τοῦ Βελλεροφόντου φησὶν οὕτωςΔεύτερον αὖ Σολύμοισι μαχέσσατο κυδαλίμοισι.περὶ δὲ τοῦ παιδὸς αὐτοῦΠείσανδρον δέ οἱ υἱὸν Ἄρης ἆτος πολέμοιομαρνάμενον Σολύμοισι κατέκτανεν.Ἡ δὲ Τερμησσός ἐστι Πισιδικὴ πόλις ἡ μάλιστα καὶ ἔγγιστα ὑπερκειμένη τῆς Κιβύρας. 

- Στράβων


Περίπου 34 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την Αττάλεια απέχει η αρχαία πόλη της Τερμησσού, σκαρφαλωμένη ως αετοφωλιά στο όρος Σόλυμνος (σήμερα Güllük Daği, 1.665 μ. υψόμετρο), που αποτελεί τμήμα της οροσειράς του Ταύρου. Της οροσειράς που διαμορφώνει και χαρακτηρίζει τη γεωμορφολογία όλης της νότιας Τουρκίας, του μεγάλου φυσικού εμποδίου που δυσχεραίνει την επικοινωνία ανάμεσα στη μικρασιατική ενδοχώρα, την «εντός του Ταύρου Ασία» σύμφωνα με τον Στράβωνα, και την παραλιακή αλλά ορεινή ζώνη, την «εκτός του Ταύρου Ασία».

Πολλές κώμες ενώθηκαν σέ πόλεις όπως η Μείζων Τερμησσός κι ή πολιτεία τών Σολύμων, ενώ όλες σχεδόν οι πόλεις περηφανεύονταν για τήν απώτατη ελληνική

Η Μείζων Τερμησσός ήταν μία από τις ισχυρότερες πόλεις της Πισιδίας κατά την Αρχαιότητα. Έχει ταυτιστεί με τα ερείπια ενός αρχαίου οικισμού που βρίσκεται σε ορεινή δασώδη περιοχή πλούσια σε πανίδα, στο Güllük Dağ, το αρχαίο όρος Σόλυμος. Η δύσκολα προσβάσιμη αυτή θέση βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο χωριό Güllük, σε υψόμετρο 1.000 μ. περίπου, 35 χλμ ΒΔ της Αττάλειας.1

Ιστορία
Η πρώιμη ιστορία της Τερμησσού ανάγεται στη σφαίρα του μύθου. Σύμφωνα με την παράδοση, μυθικός πρόγονος των πρώτων κατοίκων ήταν ο Σόλυμος, από τον οποίο πήρε το όνομά του το βουνό που γειτονεύει με την πόλη.2 Οι Τερμησσείς θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους των ομηρικών Σολύμων3 και συνέδεαν την ίδρυση της πόλης τους με τον μυθικό ήρωα Βελλεροφόντη.4 Σε αντίθεση με τις άλλες πόλεις της Πισιδίας όπου ήταν σε χρήση η πισιδική διάλεκτος, οι κάτοικοι της Τερμησσού μιλούσαν αρχικά τη σολυμική,5 πιθανότατα ένα αμιγώς τοπικό ιδίωμα, το οποίο όμως εξαφανίστηκε με την πάροδο του χρόνου. Ήδη κατά την Ελληνιστική περίοδο οι δημόσιες επιγραφές της πόλης είναι ελληνικές, στοιχείο που αποδεικνύει το μεγάλο βαθμό του εξελληνισμού που είχε συντελεστεί. 

Οι αρχαίες πηγές παραδίδουν ότι οι Πισιδείς ήταν άνθρωποι πολεμοχαρείς και «βάρβαροι». Οι πολεμικές περιπέτειες στις οποίες ενεπλάκη η Τερμησσός κατά την Αρχαιότητα αποδεικνύουν ότι πάγια επιδίωξη των κατοίκων της ήταν η διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. Επιπλέον, το γεγονός ότι, παρά τις διαδοχικές αλλαγές στους συσχετισμούς των δυνάμεων που δρούσαν στην Πισιδία, η πόλη κατόρθωσε να διατηρήσει μεγάλο βαθμό αυτονομίας μέχρι την Ύστερη Αυτοκρατορική περίοδο υποδηλώνει ότι οι Τερμησσείς εκτός από υψηλό φρόνημα διέθεταν και τα μέσα να επιβάλουν τις αξιώσεις τους στους εκάστοτε κρατούντες. 

Η Τερμησσός εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο το 334/333 π.Χ., σε σχέση με τη δράση του Αλεξάνδρου στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Η πόλη ανήκε εδαφικά στη σατραπεία της Μεγάλης Φρυγίας και βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Αντιγόνου Α΄ του Μονόφθαλμου. Αυτός ακολούθησε γενικά μετριοπαθή στάση απέναντι στους κατοίκους της Πισιδίας, σεβόμενος τον παραδοσιακά ανεξάρτητο χαρακτήρα τους. Στόχος του ήταν η διατήρηση της ειρήνης μέσω ενός χαλαρού διοικητικού ελέγχου, χωρίς άσκοπες πολεμικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, η Πισιδία βρισκόταν σε ιδιαίτερη στρατηγική θέση, στο δρόμο που οδηγούσε από τη Βιθυνία στα λιμάνια της Παμφυλίας μέσω των Σάρδεων και της Τερμησσού. Η τελευταία αυτή παράμετρος θα έπαιξε αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο στη στάση του ίδιου του Αλεξάνδρου απέναντι στην Τερμησσό. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Μακεδόνας βρέθηκε στην περιοχή με σκοπό να εξασφαλίσει τον έλεγχο των δρόμων που οδηγούσαν στη Φρυγία, επέλεξε να μην ανοίξει πολεμικό μέτωπο με την ισχυρή και πάντοτε ετοιμοπόλεμη πόλη, την οποία αποκάλεσε χαρακτηριστικά «γερακοφωλιά», αλλά να επιτεθεί στη γειτονική της Σέλγη. Η επιλογή του αυτή θα προκάλεσε αναμφισβήτητα μεγάλη εντύπωση στους συγχρόνους του, ενώ ο απόηχός της διασώζεται στα σχετικά σχόλια των αρχαίων πηγών.6 Θεωρείται αρκετά πιθανό ότι οι Μακεδόνες συνήψαν στη συνέχεια και ειδική συμφωνία με την Τερμησσό. Αυτό τουλάχιστον υποδηλώνει η μετέπειτα στάση της πόλης, η οποία επέδειξε αξιοσημείωτο πνεύμα συνεργασίας προς τη νέα εξουσία. Ο ρόλος της άλλωστε ήταν ζωτικός για τη διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή και την ομαλή διεξαγωγή των συγκοινωνιών. Σε αντάλλαγμα, η Τερμησσός εξασφάλιζε σχετική αυτονομία, αφού σύμφωνα με όλα τα στοιχεία οι Μακεδόνες δε φαίνεται να επενέβησαν στα εσωτερικά της ζητήματα.7



Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, ο Αντίγονος άρχισε να χάνει σταδιακά τον έλεγχο στην περιοχή της δικαιοδοσίας του, προς όφελος του στρατηγού Περδίκκα.8 Αυτός επέλεξε για βάση του την Πισιδία και εγκατέστησε το νεότερο αδελφό του Αλκέτα στην Τερμησσό, συνεπικουρούμενο από μισθοφορικό στρατό που τον αποτελούσαν κάτοικοι της περιοχής.9

Η δημιουργία συνασπισμού εναντίον του Περδίκκα από τους Διαδόχους αποτέλεσε τελικά τροχοπέδη για τις φιλοδοξίες του.10 Οι εξελίξεις αυτές11 τον ανάγκασαν να αφήσει την Πισιδία στη δικαιοδοσία του αδελφού του Αλκέτα και ο ίδιος επικεντρώθηκε στα μέτωπα που είχαν δημιουργηθεί εναντίον του. Παράλληλα, ένας διακανονισμός μεταξύ των Διαδόχων αποκατέστησε έστω και κατ’ όνομα τον Αντίγονο στη Μεγάλη Φρυγία.12
Ο Αλκέτας έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο στα εδάφη του.13 Τελικά δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση με τον Αντίγονο στην Πισιδία, στην επικράτεια της Κρητόπολης.

Ο Αλκέτας ηττήθηκε και, καταδιωκόμενος από τον αντίπαλό του, κατέφυγε στην Τερμησσό το 319 π.Χ. Ο Αντίγονος απαίτησε την άμεση παράδοσή του από τις αρχές. Στο συμβούλιο που ακολούθησε υπήρξε διχογνωμία, αφού οι πρεσβύτεροι υπέδειξαν ότι έπρεπε να τον παραδώσουν στις ισχυρές δυνάμεις του Αντιγόνου που είχαν δημιουργήσει κλοιό γύρω από την πόλη. Η κοινή λογική άλλωστε υπεδείκνυε ότι δεν ήταν προς το συμφέρον τους η εμπλοκή στις διαμάχες των Διαδόχων, στο βαθμό μάλιστα που δεν κινδύνευε η ανεξαρτησία της πόλης τους. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον από την άλλη το ότι οι νέοι της Τερμησσού παρέμειναν πιστοί στον Αλκέτα, μια στάση που τήρησαν μέχρι το τέλος της περιπέτειας αυτής. Το ζήτημα διευθετήθηκε τελικά ύστερα από δολοπλοκία των πρεσβύτερων, οι οποίοι κατάφεραν με τέχνασμα να απομακρύνουν τους νέους από την πόλη. Ο Αλκέτας βρέθηκε απομονωμένος και προτίμησε να αυτοκτονήσει προκειμένου να μην παραδοθεί στους αντιπάλους του.14 Έτσι, η Πισιδία πέρασε και ουσιαστικά πλέον στον Αντίγονο, ο οποίος προσπάθησε να αποκαταστήσει τη σταθερότητα στην Πισιδία και να εντάξει στον ενιαίο νομισματικό κανόνα του Αλεξάνδρου τουλάχιστον ένα τμήμα της.15 Για το λόγο αυτόν δημιουργήθηκε νομισματοκοπείο στην Τερμησσό για πρώτη φορά στην ιστορία της πόλης.

Μετά τη μάχη της Ιψού το 301 π.Χ. και την ήττα του Αντιγόνου, το νότιο τμήμα της Πισιδίας πέρασε στον έλεγχο του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρα της Αιγύπτου.16 Επιγραφικές μαρτυρίες μάλιστα πιστοποιούν πτολεμαϊκό έλεγχο στην Τερμησσό στο α΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ.17 Η ισχύς της πόλης στα χρόνια αυτά επιβεβαιώνεται από την ίδρυση αποικίας στη Λυκία, την Ελάσσονα Τερμησσό, κοντά στα Οινόανδα.

Το 189 π.Χ. η Τερμησσός πολιόρκησε τη γειτονική πόλη Ίσινδα, αλλά η επιχείρηση τερματίστηκε με την επέμβαση του Ρωμαίου υπάτου Μάνλιου Βούλσωνα ύστερα από έκκληση των Ισινδέων. Οι επιτιθέμενοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν αποζημίωση 50 τάλαντα18 -τεράστιο χρηματικό ποσό για την εποχή- και να συνάψουν ειρήνη με τη Ρώμη. Την ίδια περίοδο περίπου η πόλη ενεπλάκη σε πόλεμο με το Κοινό των Λυκίων, αλλά η έκβαση της σύρραξης αυτής δεν είναι γνωστή.19 Μετά την ειρήνη της Απάμειας το 188 π.Χ., τα μικρασιατικά εδάφη των Σελευκιδών βόρεια του Ταύρου παραχωρήθηκαν στο Πέργαμο. Ο Ευμένης Β΄ άρχισε να αναπτύσσει έντονη δράση στη νότια Μικρά Ασία και μάλιστα συνήψε συμφωνία με την ακόμη ισχυρή Τερμησσό. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής οι δύο σύμμαχοι ένωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον της γειτονικής Σέλγης, παραδοσιακής εχθρού της Τερμησσού. Η συμμαχία αυτή διατηρήθηκε και από τον διάδοχό του Άτταλο Β΄, ο οποίος μάλιστα χρηματοδότησε και την κατασκευή μεγαλοπρεπούς στοάς στην αγορά της Τερμησσού, μια κίνηση έντονα συμβολική που εξυπηρετούσε τη δυναστική του προπαγάνδα.20 Από την άλλη είναι πολύ πιθανό ότι θα υπήρχαν και σημεία τριβής μεταξύ των δύο πλευρών, όπως για παράδειγμα η αξίωση εκ μέρους του Περγάμου για έλεγχο στη Δυτική Παμφυλία, καθώς και η ίδρυση της Αττάλειας από τον Άτταλο Β΄ το 158 π.Χ.,21 που έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Τερμησσού. Στα πλαίσια αυτά, οι ευεργεσίες του Περγάμου ερμηνεύονται καλύτερα ως απόρροια διπλωματικών ελιγμών με σκοπό να αποφευχθεί μια ανοιχτή ρήξη, παρά ως γνήσιο ενδιαφέρον για την πόλη.22

Τον 2ο αιώνα π.Χ. η Τερμησσός συνήψε συμμαχία με τα Άδαδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο της σχετικής επιγραφής τονίζει την ύπαρξη δημοκρατικού πολιτεύματος και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη.23 Οι δύο πόλεις συμφωνούσαν αμοιβαία αρωγή σε περίπτωση επίθεσης ή απόπειρας επιβολής τυραννίας. Η συνθήκη αυτή έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως όσον αφορά το βαθμό εξελληνισμού των δύο πόλεων. Θεωρείται πιθανό ότι η Τερμησσός θα είχε στα χρόνια αυτά τη δομή μιας τυπικής ελληνιστικής πόλης, κατά το πρότυπο των γειτονικών πόλεων της Παμφυλίας.24

Κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μιθριδατικού πολέμου (74-63 π.Χ.) η πόλη τάχθηκε με το μέρος της Ρώμης. Γύρω στο 70 π.Χ., μάλιστα, οι δύο πλευρές προέβησαν και σε συνθήκη φιλίας,25 προφανώς ως επιβράβευση της εχθρικής στάσης που τήρησε η Τερμησσός προς τον Μιθριδάτη του Πόντου. Ένας ρωμαϊκός νόμος (Lex Antonia), μάλιστα, της εξασφάλισε καθεστώς ελεύθερης πόλης, το 71 ή το 68 π.Χ., καθώς και την κυριαρχία στην επικράτειά της.26 Όπως και οι Ατταλίδες παλαιότερα, έτσι και οι Ρωμαίοι προτίμησαν να έχουν τους πάντοτε επίφοβους Τερμησσείς με το μέρος τους, παρά στο αντίπαλο στρατόπεδο. Είναι ενδεικτικό ότι η αυτονομία της πόλης διακηρύσσεται στις κοπές της μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ. Κατά την περίοδο 36-25 π.Χ. η Τερμησσός ακολούθησε τη μοίρα των υπόλοιπων πόλεων της Πισιδίας και πέρασε στον βασιλιά Αμύντα της Γαλατίας. Το 43 μ.Χ. η πόλη έγινε μέρος της επαρχίας Λυκίας-Παμφυλίας. 

Η Τερμησσός γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση κατά την Αυτοκρατορική περίοδο, γεγονός που πιστοποιείται από τις κοπές της, την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα καθώς και την τέλεση αθλητικών αγώνων. Η επικράτειά της επεκτάθηκε και η πόλη εξωραΐστηκε με πολυτελή δημόσια οικοδομήματα. Η ευμάρεια αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στα δημόσια πράγματα της πόλης, αλλά είναι έκδηλη και στον ιδιωτικό βίο, όπως αποδεικνύουν τα πολυάριθμα πολυτελή ταφικά μνημεία που ανήγειραν οι επιφανείς οικογένειες. 

Η παρακμή ξεκίνησε για την Τερμησσό γύρω στον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο οικισμός μεταφέρθηκε στην κοιλάδα.27 Στους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκοπής, ενώ από τον 7ο αιώνα και εξής δε μνημονεύεται ξανά στις πηγές.

Θρησκεία
Κυρίαρχο ρόλο στη θρησκευτική ζωή της Τερμησσού έπαιζε η λατρεία του μυθικού ιδρυτή της, του Σολύμου, στον οποίο απέδιδαν τιμές εθνικού ήρωα. Η μορφή του αποτελεί συνήθη εικονογραφικό τύπο στα νομίσματα της πόλης,28 ενώ πολυάριθμες δημόσιες επιγραφές αναφέρονται στη λατρεία του.29 Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο σταδιακός εξελληνισμός της Τερμησσού κατά την Ύστερη Ελληνιστική περίοδο είχε ως αποτέλεσμα τη σύνδεση της λατρείας του ήρωα με αυτήν του Διός, της σημαντικότερης θεότητας της πόλης.30 Το αξίωμα του ιερέα του Διός Σολυμέος εξασφάλιζε στον κάτοχό του κοινωνική καταξίωση και ήταν αποκλειστικό προνόμιο των εξεχόντων πολιτών.31 Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι οι πλέον σημαντικοί αγώνες που διεξάγονταν στην Τερμησσό ήταν οι Σολύμειοι,32 προς τιμήν του θεού και του αυτοκράτορα. 

Οικιστική οργάνωση του αρχαίου οικισμού
Παρά το γεγονός ότι τα ερείπια της αρχαίας πόλης είναι εξαιρετικά εκτεταμένα και πλούσια, δεν έχει διενεργηθεί μέχρι σήμερα ανασκαφική έρευνα στην περιοχή. Η δόμηση θυμίζει τη γειτονική Σέλγη.33 Ο οικισμός ήταν οχυρωμένος με τείχος που κατασκευάστηκε στην Ελληνιστική περίοδο και υπέστη διαδοχικές επισκευές με την πάροδο του χρόνου.34 Η ανατολική μάλιστα πλευρά, που ήταν και η πιο ευάλωτη, ενισχύθηκε με επιπλέον αμυντικούς τοίχους. Κοντά στη βόρεια πύλη βρίσκεται το γυμνάσιο, που οικοδομήθηκε στους Αυτοκρατορικούς χρόνους στο πλαίσιο του εξωραϊσμού της πόλης με δημόσια οικοδομήματα. 

Στο κεντρικότερο σημείο του οικισμού δεσπόζει η Αγορά της Τερμησσού. Πρόκειται για πλακόστρωτη τραπεζοειδή έκταση που περιβάλλεται από στοές. Η διάταξη του χώρου ανάγεται πιθανώς στο 2ο αιώνα π.Χ. και υποδηλώνει επιρροή από το Πέργαμο, η οποία οφείλεται στις στενές σχέσεις της πόλης με το βασίλειο κατά την εν λόγω περίοδο. Η μία από τις στοές της Αγοράς είναι ασφαλώς χρονολογημένη. Πρόκειται για τη διώροφη δωρική στοά στη ΒΔ πλευρά, η οποία ήταν δωρεά προς την πόλη από τον βασιλιά του Περγάμου Άτταλο Β΄ (159-138 π.Χ.), αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο του βασιλείου.35 Η ΒΑ πλευρά της Αγοράς οριοθετείται από τη στοά του ιδιώτη Οσβάρα, η οποία χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ. Ασυνήθιστο στοιχείο αποτελεί ένα Ηρώο, στη ΝΔ γωνία της Αγοράς, με κόγχες για προσφορές. Ένα δεύτερο γυμνάσιο με μεγάλη παλαίστρα ορίζει την Αγορά στα ΝΑ. 

Στα ανατολικά βρισκόταν το μεγαλοπρεπές θέατρο της πόλης, που οικοδομήθηκε στην Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο και υπέστη επεμβάσεις κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους. Αν ευσταθεί η χρονολόγησή του στην περίοδο 334-189 π.Χ., τότε πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα θέατρα στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας. Το μνημείο διατηρείται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση και η θέση του, κοντά σε έναν απόκρημνο γκρεμό με θέα την κοιλάδα, το καθιστά ίσως το πιο εντυπωσιακό μνημείο της Τερμησσού.36 Αξίζει να σημειωθεί ότι η χωρητικότητά του υπολογίζεται σε 4.000 θεατές. 

Περίπου 100 μ. μακρύτερα βρίσκεται ένα ορθογώνιο οικοδόμημα του 1ου αιώνα π.Χ. που ταυτίστηκε με Βουλευτήριο37 και είχε πιθανώς χωρητικότητα 600 ατόμων. Η κάτοψή του θυμίζει τα Βουλευτήρια της Σαγαλασσού και της Πριήνης. Το κάτω τμήμα των εξωτερικών τοίχων ήταν ακόσμητο, ενώ στο άνω δωρικοί πεσσοί στηρίζονταν σε αττικές ιωνικές βάσεις.38 Είναι άξιο λόγου το γεγονός ότι ο μεγάλος αυτός χώρος ήταν στεγασμένος, στοιχείο που επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη 11 παραθύρων στην ανατολική και νότια πλευρά.39

Στα νότια του Βουλευτηρίου σώζονται τα ερείπια των αρχαίων ναών της Τερμησσού. Πρόκειται για εκτεταμένα οικοδομικά συγκροτήματα, εκ των οποίων το πιο σημαντικό ήταν το ιερό της Αρτέμιδος. Ο ναός της θεάς ήταν ιωνικός περίπτερος εξάστυλος και κατά την επικρατέστερη εκδοχή οικοδομήθηκε στην Ελληνιστική περίοδο. Κοντά στο ναό βρέθηκαν και σπαράγματα από το γλυπτό του διάκοσμο, τα λεγόμενα «ανάγλυφα της Ιφιγένειας». Τα γλυπτά αυτά είναι εξαιρετικής τέχνης και απηχούν έντονα επιδράσεις της σύγχρονης πλαστικής του Περγάμου (Β΄ Περγαμηνή Σχολή).40 Παρόμοιες επιδράσεις υποδηλώνει και μια δεύτερη ενότητα αρχιτεκτονικών γλυπτών που βρέθηκαν στην περιοχή των ιερών, τα ελληνιστικά ανάγλυφα που αναπαριστούν Γιγαντομαχία.41 Σχετίζονται με το λεγόμενο ναό του Διός Σολυμέος που έχει ταυτιστεί με τα ερείπια στα ανατολικά του Βουλευτηρίου της πόλης. 

Ιδιαίτερης μνείας, τέλος, χρήζουν τα ταφικά μνημεία της Τερμησσού, τα οποία –με εξαίρεση το θέατρο– αποτελούν ίσως το εντυπωσιακότερο χαρακτηριστικό της αρχαίας πόλης. Η κυρίως νεκρόπολη εκτείνεται κυρίως στα δυτικά και νότια, ενώ διάσπαρτοι τάφοι βρίσκονται και εκτός των ορίων της πόλης. Οι καλύτερα διατηρημένοι είναι λυκιακού τύπου, λαξευμένοι στο βράχο. Ένας μάλιστα είχε ταυτιστεί λανθασμένα με τον τάφο του ίδιου του Αλκέτα.42 Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μνημείο λαξευμένο στο βράχο, με περίτεχνη πλαστική διακόσμηση που περιλαμβάνει ανάγλυφα με ιππέα, Ερμή και Αφροδίτη.43

Η τυπολογία των τάφων είναι εξαιρετικά πλούσια. Μεταξύ άλλων υπάρχουν και μαρμάρινες ναόσχημες σαρκοφάγοι με αποτρεπτικές επιγραφές για τυχόν τυμβωρύχους. Η περίτεχνη πλαστική τους διακόσμηση με μυθολογικές σκηνές ή αγώνες προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στο σημερινό επισκέπτη.

Μνημεία
Μετά τις ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Τερμησσού δεσπόζουν τα δημόσια κτίρια του θεάτρου με το ωδείο, καθώς και το Γυμνάσιο.

Αγορά
Τα κύρια δημόσια κτίρια της πόλης βρίσκονταν σε διαφορετικά επιπεδα κοντά στο εσωτερικό των προστατευτικών τειχών της πόλης.Το πιο ενδιαφέρον από αυτά ήταν η αγορά,η οποία έχει μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική.Ο πρώτος όροφος της αγοράς στηριζόταν σε ογκόλιθους.Στα βορειοδυτικά τοποθετούνταν πέντε εντυπωσιακές υπόγειες δεξαμενές για αποθήκευση νερού.Οι οπές των δεξαμενών είχαν βάθος περίπου 10 μέτρα, και το συνολικό ποσό μόνο κατά προσέγγιση μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι χωρούσαν,στην ελάχιστη τιμή ήταν 80-100 τόνοι νερού.Οι δεξαμενές είχαν επένδυση από ασβεστόλιθο και είχαν σχήμα σταυρού στην κορυφογραμμή τους.Η αγορά περιβαλόταν από τρεις πλευρές με κίονες. Η κιονοστοιχία χτίστηκε ως δώρο προς την πόλη από το βασιλιά Άτταλο Β’ (150-138 π.Χ.).Σήμερα η αγορά έχει καταστραφεί, καθώς και οι κιονοστοιχίες,κάτι που είναι κατανοητό,αφού την πόλη έπληξε ισχυρός σεισμός…


Το Γυμνάσιο

Το Ωδείο







Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

http://www.ehw.gr
Lanckoroński N.P., Städte Pamphyliens und Pisidiens, Wien 1892
Texier C., Asie Mineure, Description Géographique, Historique et Archéologique des Provinces et des
Villes de la Chersonnése d’Asie, Paris 1862
Bieber Μ., The History of the Greek and Roman Theatre, Princeton 1961
Ciancio Rossetto P. – Pisani Sartorio G. (eds), Teatri Greci e Romani, alle Origini del Linguaggio
rappresentato, Roma 1994
De Bernardi Ferrero D., Teatri classici in Asia Minore II. Città di Pisidia, Licia e Caria, Roma 1969,
Studi di Architettura Antica
De Bernardi Ferrero D., Teatri classici in Asia Minore IV. Deduzioni e proposte, Roma 1974, Studi di
Architettura Antica
Bean G.E., Turkey’s Southern Shore. An Archaeological Guide, London 1979
1. Η αρχαία πόλη ταυτίστηκε το 1841 από τον Schönborn. H αρχική ταύτιση επιβεβαιώθηκε το 1847 από τους Άγγλους Spratt και Forbes.

2. Για τη μυθοπλασία σχετικά με την πρώιμη ιστορία των Τερμησσέων, βλ. Kosmetatou, E., “Pisidia and the Hellenistic Kings”, AncSoc 28 (1997), σελ. 6. O Σόλυμος σχετίζεται και με την ίδρυση μιας άλλης πισιδικής πόλης, της Αριασσού. Σχετικά με το μύθο και τη λατρεία του Σολύμου, βλ. Kosmetatou, E., “The Hero Solymos on the Coinage of Termessos Major”, SNR 76 (1997), σελ. 50 κ.ε.

3. TAM III.1.103, 127, 135· Στράβ. 13. 630.

4. Ομ., Ιλ. 6. 155-210. Ο Βελλερεφόντης εξεστράτευσε εναντίον των Σολύμων, κοντά στη Λυκία.

5. Είναι ενδεικτικό ότι ο Στράβωνας κάνει σαφή διάκριση μεταξύ της γλώσσας των Σολύμων, της πισιδικής, της ελληνικής και της λυδικής. Βλ. σχετικά, Στράβ. 13. 631. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η διάλεκτος αυτή εξαφανίστηκε με την πάροδο του χρόνου, φαίνεται πως παρέμειναν σε χρήση τα κύρια ονόματα.

6. Βλ. σχετικά, Αρριαν., Ανάβ. Ι 27.5, 28.1-2.

7. Δεν είναι γνωστό αν οι κάτοικοι της Τερμησσού γνώριζαν τα σχέδια του Μακεδόνα να κατακτήσει ολόκληρη την Πισιδία. Επίσης, παραμένει αδιευκρίνιστο αν βρίσκονταν σε θέση ισχύος προκειμένου να επιβάλουν τους όρους τους στον Αλέξανδρο. Γεγονός παραμένει ότι ο Μακεδόνας σε συνεργασία με τον Αντίγονο φρόντισε για το οδικό δίκτυο της γύρω περιοχής βγάζοντας την Τερμησσό από την προηγούμενη απομόνωσή της.

8. Ο Περδίκκας στο διάστημα 322-320 π.Χ. κατάφερε να αποκτήσει τον έλεγχο της Καππαδοκίας, της Παφλαγονίας, της Πισιδίας και της Ισαυρίας.

9. Βλ. σχετικά Kosmetatou, E., “Pisidia and the Hellenistic Kings”, AncSoc 28 (1997), σελ. 13, σημ. 27.

10. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι οι κάτοικοι της Πισιδίας φαίνεται πως υποστήριζαν τα επεκτατικά σχέδια του Περδίκκα.

11. Οι ολοένα αυξανόμενες φιλοδοξίες του Περδίκκα είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών μετώπων εναντίον  του. Με προτροπή του Αντιγόνου δημιουργήθηκε συμμαχία που περιλάμβανε τους Αντίπατρο και Κρατερό. Την ίδια περίοδο, ο Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ της Αιγύπτου στράφηκε εναντίον του Περδίκκα. Ο τελευταίος  ηττήθηκε τελικά στην Αίγυπτο και δολοφονήθηκε από ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Σχετικά με το σχηματισμό των  δύο μετώπων εναντίον του Περδίκκα, βλ. Διόδ. Σ. 18.25.4.

12. Στην πραγματικότητα έπρεπε να ξανακερδίσει την υποστήριξη των εναπομεινάντων υποστηρικτών  του Περδίκκα, οι οποίοι φαίνεται πως είχαν ακόμη ισχυρά ερείσματα στην περιοχή.

13. Υπολογίζεται ότι το 319 π.Χ. ο στρατός του έφθανε τους 20.000 άνδρες. Βλ. σχετικά Kosmetatou, E., “Pisidia and the Hellenistic Kings”, AncSoc 28 (1997), σελ. 15, σημ. 35. Από τη δύναμη αυτή, τουλάχιστον 6.000 άνδρες ήταν Πισιδείς μισθοφόροι αφοσιωμένοι στον αρχηγό τους. Αυτοί αποτελούσαν υπολογίσιμη δύναμη, αν αναλογιστεί κανείς ότι επρόκειτο για ικανότατους πολεμιστές, οι οποίοι επιπλέον γνώριζαν καλά την ορεινή και δύσβατη περιοχή τους. Επιπλέον, πρέπει να λάβει κανείς υπόψη και το γεγονός ότι ο Αλκέτας ήταν ένας χαρισματικός ηγέτης με μεγάλη απήχηση κυρίως στους νέους της περιοχής.

14. Είναι ενδεικτικό το ότι οι νέοι παρέμειναν πιστοί στον Αλκέτα. Περισυνέλεξαν το σώμα του που το είχε κακοποιήσει ο Αντίγονος, κατά τρόπο που θυμίζει την ομηρική περιγραφή του επεισοδίου Αχιλλέα-Έκτορα. Κατόπιν του προσέφεραν μεγαλοπρεπή ταφή στην πόλη, με εξαιρετικές τιμές που άρμοζαν σε ήρωα. Μάλιστα κατέστρεψαν και μεγάλο μέρος των εκτάσεων γύρω από την Τερμησσό προκειμένου να εξαναγκάσουν τον Αντίγονο να αποσυρθεί προς τη Φρυγία στα βόρεια. Βλ. σχετικά, Διόδ. Σ. 18.46.1. Οι πηγές πάντως δεν αποσαφηνίζουν τη μετέπειτα στάση των υποστηρικτών του Αλκέτα. Πιθανώς απείλησαν την πόλη τους με εμφύλιο για να εκδικηθούν την προδοσία που είχε γίνει στον αρχηγό τους. Τελικά, η απόφασή τους να εγκαταλείψουν την Τερμησσό και να καταφύγουν στα ορεινά αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν είχαν ισχυρά ερείσματα στην πόλη, αλλά και ότι ίσως μια μερίδα νέων υποστήριξε εξαρχής την απόφαση των πρεσβύτερων να παραδώσουν τον Αλκέτα.

15. Από όλες τις πόλεις της Πισιδίας μόνο η Σέλγη, που έκοβε νόμισμα ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., δεν ακολούθησε το νέο σταθμητικό κανόνα και διατήρησε τους παραδοσιακούς τύπους της Πισιδίας στον περσικό σταθμητικό κανόνα.

16. Η εξέλιξη αυτή δε φαίνεται να είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στις βόρειες πισιδικές πόλεις, οι οποίες διατήρησαν την παραδοσιακή τους αυτοδιάθεση αν όχι αυτονομία. Έτσι εξηγείται και η έλλειψη κάθε απόπειρας αντίστασης, παρακώλυσης των επικοινωνιών ή του εμπορίου. Επιπλέον, σταμάτησε και η νομισματική δραστηριότητα στην περιοχή, με εξαίρεση τη Σέλγη. Η πληροφορία πάντως ότι επί Πτολεμαίου Β΄ Φιλάδελφου (283-246 π.Χ.), αν όχι νωρίτερα, η Αίγυπτος είχε υπό τον έλεγχό της τους κατοίκους της Λυκίας, της Παμφυλίας και όλης της Πισιδίας δεν είναι ακριβής. Δεν υπάρχει παρ' όλα αυτά αμφιβολία για το ενδιαφέρον των Πτολεμαίων για την περιοχή, το οποίο εκδηλώθηκε με την ίδρυση δύο αποικιών, της Πτολεμαΐδος κοντά στην Κίβυρα και της Αρσινόης στα ανατολικά.

17. Μια τιμητική  επιγραφή του 281/280 π.Χ. για τον Μακεδόνα «Παμφυλίαρχο» Φίλιππο, γιο του Αλεξάνδρου, μας πληροφορεί ότι τότε, επί Πτολεμαίου Φιλάδελφου, η πόλη βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Αιγύπτου, υπαγόμενη διοικητικά στην Παμφυλία. Βλ. σχετικά Kosmetatou, E., “Pisidia and the Hellenistic Kings”, AncSoc 28 (1997), σελ. 19, σημ. 51. Επιπλέον, άλλες επιγραφικές μαρτυρίες πιστοποιούν ότι η Πισιδία αποτέλεσε στα χρόνια αυτά πηγή που τροφοδοτούσε με μισθοφόρους τον πτολεμαϊκό στρατό.

18. Λίβ.  38.15.

19. SEG XVIII 570.

20. Έχει διατυπωθεί και η υπόθεση ότι η  δωρεά αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας του βασιλιά να υποβαθμίσει την ισχυρή Σέλγη ενισχύοντας την αστική και οικονομική ανάπτυξη της αντιπάλου της Τερμησσού. Εξάλλου, η δυναστική προπαγάνδα ήταν σύνηθες μέσο που χρησιμοποιούσαν οι Ατταλίδες για να επιβάλουν τον έλεγχο σε συμμάχους ή υποτελείς πόλεις.

21. Η Αττάλεια εξελίχθηκε σταδιακά σε ακμάζον εμπορικό κέντρο.

22. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύονται καλύτερα και οι αμυντικές κατασκευές στα σύνορα της επικράτειας της Τερμησσού επί Αττάλου Β΄. Πιθανολογείται ότι αποτελούσαν ένα είδος εμπροσθοφυλακής της Περγάμου, με στόχο να ανακοπεί πιθανή επίθεση εκ μέρους της ισχυρής Τερμησσού. Βλ. σχετικά Winter, F.E., “Notes on Military Architecture in the Termessos Region”, AJA 70 (1966), σελ. 127-137. Θεωρείται επιπλέον πιθανό ότι ειδικά το δυτικό τμήμα της επικράτειας της Τερμησσού θα αποτελούσε μονίμως μήλον της έριδος μεταξύ της πόλης και άλλων που εποφθαλμιούσαν τα εδάφη αυτά.

23. ΤΑΜ ΙΙΙ.1.2.

24. Έχει υποτεθεί ότι τα δημόσια πράγματα της πόλης τα διαχειρίζονταν οι 12 πρώτοι στη λίστα των βουλευτών, οι πρόβουλοι, υπό τις εντολές του ανώτατου άρχοντα της πόλης, του αρχιπρόβουλου. Η δομή αυτή ίσως διατηρήθηκε και στην Αυτοκρατορική περίοδο.

25. CIL I2, αρ. 589.

26. Για μια συζήτηση σχετικά με το νόμο αυτό βλ. Sherwin-White, A.N., “Rome, Pamphylia and Cilicia, 133-70 B.C.”, JRS 66 (1976), σελ. 11-14.

27. Είναι πιθανό ότι η μεταβολή αυτή οδήγησε και σε αλλαγή του ονόματος της πόλης σε Ευδοκία.

28. Θεωρείται επίσης πιθανό ότι ο ήρωας αποτελούσε δημοφιλή τύπο στην πλαστική της πόλης, δείγματα της οποίας δεν έχουν διασωθεί.

29. Είναι ενδεικτικό ότι σε επιγραφές του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ. η επικράτεια της Τερμησσού χαρακτηρίζεται ως «πάτρη Σολυμηίς», οι κάτοικοι ως Σόλυμοι, ενώ τουλάχιστον ένας από τους πρυτάνεις της πόλης καθώς και ένας «Παμφυλίαρχος» φέρουν το όνομα «Σολύμιος». Βλ. σχετικά ΤΑΜ ΙΙΙ, αρ. 18, 103, 127-128.

30. Ο Δίας λατρευόταν και ως Ελευθερεύς, ως Αδριανός-Ζεύς Ολύμπιος, ή μαζί με τη Διώνη. Σχετικά με τη θρησκευτική ζωή στην Τερμησσό, βλ. Kosmetatou, E., “The Hero Solymos on the Coinage of Termessos Major”, SNR 76 (1997), σελ. 52 κ.ε.

31. Είναι πιθανό ότι ο τίτλος είχε χρονικό περιορισμό κατά το 2ο και 1ο αιώνα π.Χ., ενώ από τον 1ο αιώνα μ.Χ. και εξής το αξίωμα του ιερέα έγινε ισόβιο.

32. Ελάχιστες είναι οι υπάρχουσες πληροφορίες για τους αγώνες αυτούς. Πιθανώς θεσμοθετήθηκαν κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. μαζί με άλλους και με την πάροδο του χρόνου έγιναν μία από τις σημαντικότερες δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Την ευθύνη της χρηματοδότησής τους την επωμίζονταν κατά το ήμισυ εύποροι πολίτες.

33. Οι δύο πόλεις διαθέτουν οχυρώσεις που ανάγονται στην Ελληνιστική περίοδο, αγορά που περιβαλλόταν από στοά με καταστήματα και ναούς αφιερωμένους στον Δία και την Άρτεμη, καθώς και από ένα μεγάλο βουλευτήριο.

34. Η ελληνιστική τοιχοποιία είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη κυρίως κοντά στη βόρεια πύλη. Πιθανότατα τα σημεία αυτά οικοδομήθηκαν κατά το 2ο  αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με άλλη υπόθεση, πρέπει να χρονολογηθούν στα χρόνια πριν από τον Αλέξανδρο. Βλ. σχετικά Mitchell, S., “The Hellenization of Pisidia”, MedA 4 (1991), σελ. 129, σημ. 41.

35. Η στοά ταυτίζεται με αναθηματική επιγραφή. Για σχετική βιβλιογραφία βλ. Coulton, J.J., The Architectural Development of the Greek Stoa (1976), σελ. 287-288, εικ. 113, και Seddon, L.R., The Agora Stoas at Assos, Aigai and Termessos. Examples of the Political Faction of Attalid Architectural Patronage (Diss. University of California 1987).

36. Η σκηνή είναι απλή, επιμήκης, με 5 θύρες και κατασκευάστηκε τον ύστερο 2ο αιώνα μ.Χ. Οι πάροδοι ήταν υπαίθριες κατά την ελληνική παράδοση, ενώ η νότια αντικαταστάθηκε αργότερα από μια στεγασμένη δίοδο κατά τη ρωμαϊκή συνήθεια. Το κοίλο είναι μεγαλύτερο από ημικύκλιο, με 24 σειρές καθισμάτων που χωρίζονται από 6 κλίμακες.

37. Οι τοίχοι του Βουλευτηρίου σώζονται σήμερα σε ύψος 10 μ. Ο εσωτερικός χώρος ήταν 24,5x24,5μ., προσιτός από τρεις εισόδους.

38. Η ανάμειξη των αρχιτεκτονικών ρυθμών ήταν συνήθης στην αρχιτεκτονική του 2ου αιώνα π.Χ. στη Μικρά Ασία.

39. Είναι απορίας άξιον πώς κατάφεραν να στεγάσουν τον τεράστιο αυτό χώρο, που το άνοιγμά του θα πρέπει να έφτανε τα 25 μ. Είναι επίσης ενδιαφέρον το ότι οι θέσεις του είχαν διαμορφωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζουν τμήμα κύκλου.

40. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι τα ανάγλυφα αυτά αποτελούσαν τμήμα μιας ευρύτερης θεματικής ενότητας με θέμα την τραγωδία του Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Είναι φτιαγμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο. Χρονολογούνται στο 2ο αιώνα π.Χ. και είναι πιθανότατα έργο ντόπιων καλλιτεχνών που μαθήτευσαν στην Πέργαμο.

41. Στο ένα από αυτά, ο Απόλλων και ο Δίας αγωνίζονται εναντίον των Γιγάντων, που αναπαριστάνονται με  πόδια ερπετού. Στα υπόλοιπα, ο Απόλλων παλεύει με φίδια.

42. Βλ. σχετικά Pekridou A., “Das Alketas-Grab in Termessos”, IstMitt  Beiheft 32 (Tübingen 1986).

43. Η μορφή και η διακόσμηση του μνημείου υποδηλώνουν επιρροές τόσο από τη λυκιακή τέχνη όσο και από την ελληνική.

Ancient Hellas: New banner

Ancient Hellas: New banner

Δημοφιλείς αναρτήσεις